Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο: ένα ενδιαφέρον ανθολόγιο

Κριτική βιβλίου

Ολοκλήρωσα σήμερα το βιβλίο:

„Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο (1929 - 1959), επιμέλεια Κώστας Βλησίδης, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου“.


Πρόκειται για ένα ανθολόγιο με ποικίλα κείμενα και έντυπο υλικό από τον τύπο της περιόδου 1929-1959. 


Από τον νευρικό παροξυσμό της «μουσικοκριτικού» και καθηγήτριας του Εθνικού Ωδείου Σοφίας Σπανούδη εναντίον του ρεμπέτικου (σε τέτοιο γραφικό βαθμό, που οι μάγκες της εποχής την έπαιρναν στο ψιλό!), μέχρι το άρθρο-ξεβράκωμα της ξεφτίλας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών του δαιμόνιου Φαίδρου Μπαρλά (νά που ανασύρεται από τη λήθη ο πανέξυπνος αυτός λογοτέχνης!), ο αναγνώστης λαμβάνει μια καλή εικόνα της γενικής κοινωνικής αποτίμησης του ρεμπέτικου τραγουδιού.




 Αναφορικά με το βιβλίο:

- επιμελημένη έκδοση, καλή ποιότητα χάρτου, καλοδεχούμενο το πολυτονικό σύστημα, που στους καιρούς μας τείνει να εξαλειφθεί. Τσουχτερή η τιμή των 21€, πόσο μάλλον αφού περί σταχυολογίου (και συνεπώς όχι καθαυτόν πνευματικό κόπο) πρόκειται.

- σύντομη και κατατοπιστική η εισαγωγή του επιμελητού. Ο ίδιος, επέλεξε ν’ αφήσει εκτός χαρακτηριστικά κείμενα, όπως „τα 3 άρθρα στο Ριζοσπάστη το 1947, τη διάλεξη Χατζιδάκι το 1949, το άρθρο της Σπανούδη για τον Τσιτσάνη το 1951“, κ.λ., „καθότι κριτήριο της ανθολόγησης υπήρξε η σπανιότητα των κειμένων“, όπως σημειώνει, απόφαση μάλλον επιπόλαια. Και να βρίσκονται εύκολα (πχ στο διαδίκτυο), θα ταίριαζε καλύτερα να είναι όμορφα συγκεντρωμένα και εκτυπωμένα στο σταχυολόγιο. Γιατί τόση φειδώ, για μόλις λίγες παραπάνω σελίδες;

- χρήσιμα επίσης τα σύντομα επεξηγηματικά σχόλια και πληροφορίες του επιμελητού στο κάτω περιθώριο των σελίδων. Να σημειωθεί ότι ο τελευταίος είναι καλός γνώστης μα ιδιότροπος χειριστής της ελληνικής. Το ύφος και οι -συμπυκνωμένες νοηματικά- προτάσεις του, φορές μπερδεύουν...περί λαϊκού τραγουδιού τα κείμενα, λίγη απλότητα δε θα έβλαπτε!


Ορισμένες παρατηρήσεις και σχόλια σχετικά με τα κείμενα:

- άξιον απορίας αν ο Νέστορας Μάτσας όντως συνέγραψε το άρθρο του (σελ. 176-178) σε ηλικία μόλις 17 ετών.

- αίσθηση προκαλεί η πολεμική της Δανάης Στρατηγοπούλου, καθώς η ίδια συνεργάστηκε στη δισκογραφία, τόσο με τον εκτελεστή Τάκη Νικολάου (Τέτο Δημητριάδη), όσο και σε τραγούδι του Τσιτσάνη („Αραμπέλλα“).

- Το μακροσκελές κείμενο (συρραφή αποσπασμάτων) του γνωστού μαρξιστή Γ. Σκουριώτη, επιβεβαιώνει περίτρανα για ακόμη μια φορά, ότι οι εκάστοτε παρατάξεις ανά τους τόπους και τους αιώνες (συ)στράτευσαν ή αποκήρυξαν την τέχνη κατά το δοκούν.

Οι δε „σύντροφοι“, υπήρξαν ανέκαθεν μαιτρ και μαΐστορες του είδους...σάμπως τα ίδια δεν έκαναν με τον Ντοστογιέφσκι;

- ο συγγραφέας του τελευταίου κειμένου, δεν είναι άλλος από τον λογοτέχνη Ρένο Αποστολίδη (βλέπε στο Υπόμνημα) υπό το ψευδώνυμο „Παύλος Δημητρίου“, γεγονός που αγνoεί ο επιμελητής (προκύπτει ξεκάθαρα από το σχετικό του σχόλιο στο περιθώριο της σελίδας).


Αξιέπαινη η προσπάθεια και ελπίζουμε σε τέτοιες μελλοντικές δουλειές, παρά τις λιγοστές αδυναμίες!


Υπόμνημα:

Εκτιμητής του ρεμπέτικου, ο Ρένος Αποστολίδης από πολύ νωρίς, δε παρέλειψε να αφιερώσει και το σχετικό παράρτημα στην τρίτομή του „Ανθολογία“ της ποίησης. Στο θέμα αυτό θα επανέλθω λεπτομερώς όταν περισυλλέξω κάποια υπολοίποντα (κυρίως διαφωτιστικά) στοιχεία.


Πίκινος

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Περί „θωρακικών“ ο λόγος: χαμένος στην ανάλυση!

Κριτικό σημείωμα

Στο διαδικτυακό περιοδικό „Κλίκα“, διαβάζουμε το εξής άρθρο του κ. Κώστα Λαδόπουλου, σχετικά με την προδημοσίευση του «ρεμπέτικου λεξικού» του.

Όπως ανέφερα και στο εισαγωγικό σημείωμα, τελικά „το ζήτημα είναι να έχει κανείς τουλάχιστον αυτιά“, πόσο μάλλον στην περίπτωση της μουσικής και του τραγουδιού εν γένει. Βάζοντας το τελευταίο στην κλίνη του Προκρούστη και υποβάλλοντάς το σε εξονυχιστική ανάλυση, είναι ένα σφάλμα που γίνεται πλέον τόσο συχνά, όπου και κατήντησε ο κανόνας και όχι η εξαίρεση!

Κινούμενος λοιπόν κι εγώ αναπόφευκτα στα πλαίσια της ανάλυσης, το βασικό μου συμπέρασμα σχετικά με το παραπάνω ανάγνωσμα, είναι ότι δεν έχουμε να κάνουμε με «λεξικό» όπως διεκδικεί ο τίτλος, καθότι:

- είναι επιστημονικά ανεπαρκές τόσο στη δομή και τεκμηρίωση όσο και στο ύφος γραφής.

- ο συγγραφέας παραθέτει τη γνώμη του για πρόσωπα και πράγματα, συνεπώς το πόνημα δεν είναι ουδέτερο και άρα μη-επιστημονικό (βλέπε πάνω), στα μέτρα πάντοτε ενός λεξικού.

Μάλλον πρόκειται λοιπόν για σταχυολόγιο. Ο συγγραφέας περισυνέλεξε χαρακτηριστικές λέξεις της εποχής βασισμένος κυρίως στους στίχους (δυστυχώς όχι πάντα σωστά ακουσμένους όπως θα δείτε παρακάτω) των τραγουδιών, έκανε τα σχόλιά του κι έβγαλε βιβλίο.

Σε μια απόπειρα να καλύψει τα νώτα του, ο κ. Λαδόπουλος αναφέρει κάπου ότι, το πόνημα εμπεριέχει 36 σελίδες...επεξηγηματικής εισαγωγής(!), για το τί είναι και τί δεν είναι τελικά το «λεξικό» του. Μα τέλος πάντων, όποιες κι αν είναι οι θέσεις/προθέσεις, συν το γεγονός ότι το αντικείμενο του ρεμπέτικου έχει συγκεκριμένο -διψασμένο!- κοινό που αναζητά νέες πληροφορίες, ποιός θα χαλαλιστεί στην ανάγνωση 36 σελίδων ε κ  τ ω ν  έ σ ω  α ν ά λ υ σ η ς, για να περάσει στο λαϊκό λήμμα (αφού για λεξικό μιλάμε!) που ενδεχομένως τον ενδιαφέρει;


Κάποια ειδικά σχόλια/απορίες:

>>Όπως θα δείτε παρακάτω, οι ίδιοι οι στιχουργοί των ρεμπ. αφήνουν ανοιχτές αιχμές που «συμπαρατάσσονται» με τις παραπάνω ερμηνείες. Αυτό δεν είναι παράξενο, γιατί ήταν εκτεθειμένοι σε μια «ιδεολογική» σύγχυση και σε σήματα που εκπέμπονταν και από τα «ανώγεια» και από τα «κατώγεια»...

Καμμία «σύγχυση», ούτε „ιδεολογική“ ούτε άλλη δεν έχει ο απλός καθημερινός άνθρωπος που γράφει στίχους. Σύγχυση διακατέχει αυτόν που δεν ακούει/διαβάζει τους στίχους προσεκτικά.

>>7. ”μ έκανε και αλανιάρη , χασικλή και κουρελιάρη ” (παραλλαγή, “μπουρδελιάρη” )

Σε ποιά ακριβώς εκτέλεση του τραγουδιού αναφέρεται η έκφραση „μπουρδελιάρη“;

>>και δεν τρώω κρύγιες ματσαράγκες

Καλύτερα να γραφεί σαν κρύ(γ)ες, χάρην ορθογραφίας και -κυρίως- νοήματος.

>>8. ”μπροστά με λέγαν έξυπνο και πίσω αλανιάρη”

Ο στίχος του τραγουδιού του Παπάζογλου, λέει ξεκάθαρα παλαβιάρη και όχι „αλανιάρη“!

>>5. ”Χρόνια μες την Τρούμπα μαγκίτης κι αλανιάρης...μπορεί να εκληφθεί και με άλλο τρόπο, σαν «εύσημο». Κατά την προσωπική μου άποψη, είναι «τραβηγμένο απ τα μαλλιά» το να υποστηρίζεται κάτι τέτοιο

Προσωπικά για εύσημο το βλέπω, αφού τελικά „όλος ο κόσμος τον αγαπάει“ όπως τραγουδάει λίγο παρακάτω. Αλλά όπως και να χει το πράμμα, δε θα πάρει ο συνθέτης την άδειά μας για να πει αυτά που γουστάρει, όπως τα γουστάρει! Ούτε και θα μάθουμε ποτέ τί ακριβώς είχε κατά νου γράφοντας το τραγούδι!


Γενική παρατήρηση: κάποια σύντομα και ουσιώδη βιογραφικά στοιχεία θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα στα περιθώρια ενός καλού λεξικού. Κατινιές και υπονοούμενα όμως σχετικά με:

- την πραγματική ηλικία της τραγουδίστριας Ρόζας Εσκενάζυ (λες κι ενδιαφέρει κανένα! έπειτα, ο ατομικός αυτοπροσδιορισμός είναι απόρροια αυτοσεβασμού και εν γένει σεβασμού!),

- τις όποιες (αν υπήρχαν) ηθικές ή μη αναστολές, οικονομικά συμφέροντα ή φοβίες της εν λόγω,

δεν αποτελούν στοιχεία λεξικού, παρά κουτσομπολιά φυλλάδας τύπου
Espresso!

Μη θέλοντας να στερήσω το δίκαιο του συγγραφέα, θα πω ότι η συνολική εικόνα του βιβλίου θα σχηματιστεί πλήρως μετά την έκδοση του. Παρατηρήστε πάντως, ότι στο 19ο τεύχος του περιοδικού «ΙΑΜΒΟΣ» (κυκλοφόρησε καλοκαίρι του 2008 στην απαράδεκτη τιμή των 8€), ο κ. Λαδόπουλος αρθρογραφεί επί του λήμματος «μάγκας», όπου και ο λόγος του κινείται στα ίδια επίπεδα...


Κλείνοντας, ξανακάνω στροφή στον τίτλο, αιωρούμενος πάνω από το...βαθυστόχαστο εκείνο των „θωρακικών ανθρώπων“.

Μάλλον υπονοεί τους ανθρώπους που σκέφτονται και ενεργούν με την καρδιά, παραπέμποντας εμμέσως πλην σαφώς στους ρεμπέτες. Νοηματικά όμως αυτοαναιρείται ο συγγραφέας: αφού περί „θωρακικών“ ο λόγος, προς τί τόση ανάλυση;; Ή όπως θα 'λεγε (συνοδευόμενα με καρπαζές!) κι ο γνήσιος λαϊκός „θωρακικός“ άνθρωπος: «βράσε ρύζι!»

Η προσωπική μου προτροπή: όταν θα εκδώσει ο συγγραφέας, ας εκτυπώσει τη λέξη Λεξικό σαν «Λεξικό» (με τέτοια «» και όχι τέτοια „“ εισαγωγικά). Όχι ότι θα άλλαζε το περιεχόμενο -που κρίνει και το πόνημα- αλλά δείχνει και ένα, ε, ας το πούμε...ήθος.


Υπόμνημα:

Tο παρόν άρθρο (με κάποιες αλλαγές, άλλωστε scripta manent) δημοσιεύτηκε στα τέλη Σεπτέμβρη 2010 σε γνωστό ιστότοπο σχετικά με το ρεμπέτικο. Ο κ. Λαδόπουλος πέρασε (δικαωματικά) στον αντίλογο, χωρίς όμως να τοποθετηθεί επί της ουσίας. Την τελευταία πρότασή μου δε (σχετικά με τα εισαγωγικά) την χαρακτήρισε ως „πολύ καλή ιδέα“ σε προσωπικό του μήνυμα προς εμένα. Τονίζω το „προσωπικό“, διότι -για άγνωστους λόγους- δεν τοποθετήθηκε δημόσια (μη φανταστεί κανείς ούτε γι’ αστείο ότι διεκδικώ τίποτα δάφνες! φεύ!).

Αντίθετα, δεν παρέλειψε να απομονώσει κάποιες φράσεις από τα γραφόμενά μου, τις οποίες και ανέρτησε στο προσωπικό του ιστολόγιο (scripta manent), αναλώμενος σε παρατραβηγμένο λυρισμό και δήθεν «κριτική».


Πίκινος

Contra loquendi censuram

Σαν εισαγωγή

Η γνωριμία μου με το ρεμπέτικο έγινε χειμώνα του 1998, σ’ ένα δώμα στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας, στο Μπεγουλάκι Πατρών. Πρωτοετής εκεί, περνούσα τα βράδια παρέα με το παλιό φορητό ραδιοκασσετόφωνο του πατέρα μου, πρωτακούγοντας στο ράδιο τα τραγούδια που μέχρι και σήμερα αφουγκράζομαι (όπως λογιότατα έγραψε ο Ηρακλής Αποστολίδης, «το ζήτημα είναι να έχει κανείς τουλάχιστον αυτιά!»).

Θες δε θες όμως, όταν μπεις στο χορό θα χορέψεις! Καταδυόμενος σήμερα στον μοντέρνο ρεμπέτικο χώρο, και τί δε συναντάς;!

«Ρεμπετολόγοι», «ερευνητές» (η έρευνα γίνεται ex nihilo κύριοι, όχι ξεθάβοντας πτώματα και παρουσιάζοντάς τα ως προϊόν δήθεν «έρευνας»!), «συγγραφείς», βιογράφοι, αρθρογράφοι, λεξικογράφοι και «λεξικογράφοι», μάχιμοι αριστεροί, «λούμπεν προλεταριάτο» (αν κατάλαβε ποτέ κανείς τη σημασία, ας μου σφυρίξει μπας και φωτιστώ...οι δε κουκουέδες έπεισαν το εγώ τους ότι το κατάλαβαν!!), «αστοί» (sic) και «χωριάτες», δεξοί, ζερβόδεξοι, πληρωμένοι, πράκτορες, υποπράκτορες, ξένοι παρατηρητές και τοποτηρητές, συλλέκτες παλιών δίσκων γραμμοφώνου και οι πολέμιοί τους «θεματοφύλακες της παράδοσης» (οι όψεις του ιδίου νομίσματος), φωνάσκοντες ρεμπετόπουστες, μα και βεβαιότατα οργανοποιοί (με τσίπα ή χωρίς), «τραγουδοποιοί» και «συνθέτες», μουσικοί άριστοι εώς για καρπαζά, στέκια, μαγαζάτορες, «ελάχιστη κατανάλωση», πορτιέρηδες και γκαρσόνια, νταβατζήδες στα μεράκια μας....μα και γεροντόμαγκες σωστοί (ελάχιστοι εναπομείναντες πια), όπως και φιλότιμοι (ανώνυμοι κατά βάση!) αργάτες του λαϊκού μας τραγουδιού, που βλέπουν τη γνώση σαν φωτιά και όχι σα λέπρα(!)...σύμπαν ολάκερο και σωστή ανθρώπινη κωμωδία!

Όπως αναγράφεται και στην κεφαλίδα του ιστολογίου, εδώ θα κρίνεται οτιδήποτε αφορά το ρεμπέτικο τραγούδι, είτε είναι άξιο, ουσιαστικό και ποιοτικό, είτε χρήζει επίκρισης.

Ξέρω τί θα μου πείτε:  «ποιός είσαι ’σύ που θα κρίνεις»;

Eίμαι αυτός που είμαι, εσείς είστε αυτοί που είστε και θα με κρίνετε (μου είναι αδιάφορο) βάση των όσων λέω και γράφω.

Contra loquendi censuram (εναντίον της οιασδήποτε λογοκρισίας), λοιπόν! 

Πίκινος