Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Η συμβολή του Ρένου στο ρεμπέτικο τραγούδι

Συνέντευξη με τον Ήρκο Αποστολίδη

 
Ο Ρένος Αποστολίδης (1924-2004) υπήρξε αναμφίβολα ο σημαντικότερος διανοούμενος και τελευταίος γνήσιος επαναστάτης της σύγχρονης Ελλάδας.


Ο ασυμβίβαστος Δάσκαλος (αν και θεωρούσε „γελοίο“, όπως μου έλεγε, να τον αποκαλούν έτσι!) σημάδεψε τα εφηβικά μου χρόνια, όπου και ξεκινάει η προσωπική μας γνωριμία.


Αυτό που αρκετοί δεν γνωρίζουν, είναι ότι υπήρξε παράλληλα εκτιμητής του ρεμπέτικου τραγουδιού από τα νεανικά του χρόνια, έχοντας τη δική του συμβολή στο θέμα.


Ο γιός του Ήρκος, κλασσικός φιλόλογος με έργο, άνθρωπος των γραμμάτων και προσωπικός φίλος, μου παραχώρησε την ακόλουθη εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη, όπου απομυθοποιούνται κάποιες αντιλήψεις, πίστεις και υπερτιμημένες μορφές του ρεμπέτικου.


 Άνθρωποι της στόφας του Ήρκου αποτελούν στις μέρες μας είδος προς εξαφάνιση...τον ευχαριστώ από καρδιάς!
  

 Πίκινος
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ήρκο, διηγήσου μας αν θέλεις την πρώτη επαφή, όπως και τη μετέπειτα σχέση του Ρένου με το ρεμπέτικο.


Η πρώτη επαφή γίνεται το Νοέμβρη του 1947 (στρατευμένος τότε από το στρατό της Δεξιάς) στην Καλαμπάκα, και συγκεκριμένα στο μπακάλικο του Στούμπη, το πιο - να το πούμε με σημερινούς όρους - «κοσμικό» μπακάλικο της πόλης. Εκεί λοιπόν πρωτάκουσε τα ρεμπέτικα από ένα γραμμόφωνο που υπήρχε, και μάλιστα πλήρωνε συστηματικά για να παίζει πλάκες.

Να σημειώσουμε βέβαια πως η μουσική παιδεία του Ρένου ήτανε καθαρά κλασσική. Ο αδελφός του πατέρα του είχε μια σπουδαία συλλογή δίσκων κλασσικής μουσικής (περί τα 600 κομμάτια), την οποία μάλιστα και πούλησε αργότερα στο κρατικό ίδρυμα ραδιοφωνίας. Καταλαβαίνεις λοιπόν ότι ο Ρένος είχε διαφορετικά ακούσματα και δεν είχε σχέση με τον κόσμο τού - ας τον πούμε - «λούμπεν». Η καταγωγή, παιδεία και διαμόρφωσή του γενικά στο περιβάλλον ήτανε αστική και όχι λαϊκή.

Το 1947 λοιπόν, του συμβαίνει ξαφνικά μια εισβολή διαφορετικών ήχων από κείνους που είχε συνηθίσει. Περιέργως, δεν τον απώθησε το γεγονός, ίσα-ίσα το δέχτηκε θετικά, ενώ στο μεταξύ σιχαίνονταν όλη την ψυχοσύνθεση των συστρατιωτών του, που ήταν ως επί το πλείστον αμόρφωτοι, παιδιά της επαρχίας κ.λ., και δεν τους έκανε κέφι (πέραν κάποιων που είχε ξεχωρίσει, όπως αναφέρει και στην Πυραμίδα 67[1]).

Τα ρεμπέτικα λοιπόν του είπανε  κ ά τ ι, του  μ ι λ ή σ α ν ε!


Ένα χρόνο αργότερα, Νοέμβρη του 1948, βρίσκεται στο Μάνκοβετς, απέναντι από την κορφή του Βίτσι σε υψόμετρο 1867 μ. Οι αντάρτες έχουνε καταλάβει το Βίτσι και ο στρατός αγκιστρώθηκε στο Μάνκοβετς για να τους συγκρατήσει, αλλά τελικά δεν κάνει τίποτα παρά να παραμένει κλεισμένος σε αμπριά, υπομένοντας το πολικό ψύχος (24 υπό το μηδέν), ανάβοντας μικρές φωτιές και φυλώντας έξω σκοπιές.

Εκεί λοιπόν ο Ρένος βρίσκεται κλεισμένος μέσα σ’ ένα αμπρί (που χωρούσε ίσα-ίσα δύο άτομα) με τον συστρατιώτη του Γιώργη Παπαδογιωργή, ένα λαϊκό παιδί από τα Ταμπούρια, Μανιάτη στην καταγωγή και αριστερό(!).

(τώρα βέβαια θα μου πεις, πώς αριστερός στο στρατό της Δεξιάς;..κι όμως, οι περσότεροι στο τάγμα του Ρένου ήταν αριστεροί! Δεν μπόρεσαν να κάνουν κάτι άλλο και όταν τους ήρθαν τα φύλλα πορείας στρατεύθηκαν υποχρεωτικά...Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι υποχρεωτικά ο αριστερός πήγαινε στο Αντάρτικο κι ο δεξιός στο στρατό.)

Ο Παπαδογιωργής, λοιπόν, ήξερε πολλά ρεμπέτικα κ’ είχε σωστή αίσθηση, μνήμη και ρυθμό. Για περίπου 25 μέρες που καθήσανε μέσα στο αμπρί, σιγοτραγούδαγε ρεμπέτικα με μεγάλη ακρίβεια.


Και πάλι ένα χρόνο αργότερα, στις περίφημες μάχες του Γράμου το 1949 (όπου οι αντάρτες έχουν σχεδόν ηττηθεί), δίνουν του Ρένου έναν οδηγό μ’ ένα τζέεμς, να πάει να κάνει...προπαγάνδα, «διαφώτιση» μ’ ένα μεγάφωνο κ’ έτοιμα συνθήματα. Όντας στραβόξυλο, δεν ασχολείται καθόλου, βρίσκει ευκαιρία να φύγει από την δυσάρεστη «παρέα» των άλλων και να βολτάρει μες στη φύση.

Βρίσκεται λοιπόν σ’ ένα πλάτωμα έχοντας μαζί του ένα γραμμόφωνο κι αντί να κάνει προπαγάνδα, αρχίζει και βάζει πλάκες με ρεμπέτικα και κυρίως το „Κάποια μάνα αναστενάζει“ του Τσιτσάνη. Τότε εκεί μανιάζουνε οι αντάρτες (αφού συλλαμβάνουν οτι είναι κάποιος που δεν αστειεύεται και δεν μπορούν να τον αγνοήσουν με τις βλακείες των συνθημάτων) και ρίχνουν κατά του αυτοκινήτου προσπαθώντας να σιγήσουν το μεγάφωνο. Ενώ λοιπόν έχουνε λυσσάξει, ουρλιάζοντας τα γνωστά τους κουκουέδικα „μισθοφόροι του Τρούμαν“ κ.λ., ο Ρένος σταματάει το δίσκο, παίρνει το μεγάφωνο και τους λέει:

„Αδέλφια, τελειώσαμε! Είτε το θέλετε, είτε δεν το θέλετε, είτε το θέλουμε είτε όχι, είμαστε στο 12 παρά 5, και ζήσαμε! Αυτό είναι το βασικό και τ’ άλλα θα τα βρούμε παραπέρα!“

(λέγοντας ουσιαστικά την αλήθεια που ξέρανε, αφού οι αντάρτες παραδιδόντουσαν κατά εκατοντάδες, ο Ζαχαριάδης είχε φύγει, οι θέσεις στα σύνορα είχανε χαθεί κ.λ.)

Εκεί, δηλαδή, ο Ρένος de facto πιστεύει ότι το ρεμπέτικο τραγούδι ενώνει και τους μεν και τους δε!


Αρχές Δεκεμβρίου του 1949 απολύεται και πρώτο μέλημα μετά την επιστροφή του είναι να δώσει εξετάσεις για να πάρει το δίπλωμα της φιλολογίας. Συντομότατα, ψάχνει και βρίσκει τον Τσιτσάνη στην „Τριάνα του Χειλά“ όπου γνωρίζονται και συζητάνε για το ρεμπέτικο.


Κάποιο άλλο περιστατικό που παρουσιάζει ενδιαφέρον: ένα βράδυ που παίζει σκάκι παρέα με τον Άλεκ Σχινά[2], επικοινωνεί μαζί του ο Παπαδογιωργής και πάν όλοι παρέα σ’ ένα κέντρο της εποχής στα Ταμπούρια (αριστερών) ν’ ακούσουνε ρεμπέτικα, κάνοντας το λάθος να πάρουν μαζί τους τον αισθητικά φιλοναζί, τότε, Σχινά (λίγα χρόνια αργότερα ο ίδιος είχε φέρει από τη Γερμανία αυθεντικούς δίσκους με τους λόγους του Χίτλερ, τους οποίους έβαζε και άκουγε στη διαπασών, θαυμάζοντας τη «σπουδαία ρητορεία» του «μεγάλου ηγέτη»!)!

Ενώ λοιπόν τα πίνουν και μερακλώνουνε, γίνεται το εξής ασύλληπτο: ο θρασύς, υπερφίαλος και στην κυριολεξία τρελλός (γελάει!) Άλεκ (που παρίστανε αργότερα στην Deutsche Welle τον αριστερό), δίνει παραγγελιά του „Αετού τον γιο“, άσμα κατεξοχήν της βασιλικής παράταξης! Όπως καταλαβαίνεις άρχισαν να τους κοιτάνε περίεργα και δημιουργήθηκε θέμα, όπου και επενέβη ο Παπαδογιωργής και - δικαιολογώντας τον ως φιλοξενούμενο - σώζει τον Σχινά!


Κάπου στα 1952, γνωρίζεται με τον Μ. Χατζιδάκι και τον Μ. Θεοδωράκη και αναπτύσσονται σχέσεις φιλίας στα πλαίσια της πρώτης περιόδου των Νέων Ελληνικών[3]. (Ακολουθούνε μετέπειτα οι γνωστές συνεντεύξεις που του παραχώρησαν.)



Το 1959 δημοσιογραφεί, συχνά με διάφορα ψευδώνυμα, μεταξύ άλλων με το Παύλος Δημητρίου, όπου και γράφει το περίφημο κομμάτι του „Μύηση στο ρεμπέτικο“[4], το οποίο κάποιοι μετά από βιαστική «έρευνα» το αποδίδουν στον ανύπαρκτο Δημητρίου...


Αναφέρεσαι προφανώς στον κ.  Κώστα Βλησίδη...


Ναι, τόσο καταλαβαίνει κι αυτός και τόσο κάνει...«έρευνα». Το να αντιγράφουμε χωρίς να βάλουμε λίγο το μυαλό μας να κουνηθεί με πέντε αρθράκια τα οποία είδαμε...Σε τρεις μέρες μπορείς να βγάλεις βιβλίο κατ’ αυτό τον τρόπο...Τέλος πάντων, εγώ διαφωνώ υπαρξιακά με τέτοιου είδους «έρευνες»!


Αν μου επιτρέπεις, το κείμενο αυτό σκιαγραφεί την κατάσταση που επικρατεί στο μοντέρνο ρεμπέτικο σύμπαν...


Ακριβώς. Και μάλιστα το βιβλίο δε φτάνει που βγήκε, βιβλιοκρίθηκε[5] κιόλας (και από την Κατερίνα Σχινά αν θυμάμαι καλά), όπου και επισημαίνονται ειδικώς οι μοντερνικές θέσεις του Δημητρίου.  (Λες και το όνομα αυτό έγραψε ένα άρθρο μόνο και κανένα άλλο...Και μόνο αυτό θα έπρεπε να υποψιάσει, χώρια βέβαια που το ύφος γραφής είναι καθαρά του Ρένου.)


Από κει κ’ έπειτα, ο Ρένος δεν έχει κάποιαν άλλη γραπτή συμβολή στο θέμα του ρεμπέτικου.


Ας έρθουμε τώρα στο παράρτημα της „Ποιητικής Ανθολογίας“ σχετικά με το ρεμπέτικο.


Λίγο μετά το ξεκίνημα της δεκάτης έκδοσης της Ανθολογίας[6] το 1970, πεθαίνει ο ιδρυτής της και πατέρας του Ρένου, Ηρακλής[7], και ο Ρένος αποφασίζει να προσθέσει τρία στοιχεία, δηλαδή Δημοτικά τραγούδια, Παροιμίες και Ρεμπέτικα, απλώνοντας έτσι την Ανθολογία (που συμπεριελάμβανε ως τότε μόνο λόγια ποίηση)  τόσο στη δημοτική όσο και στη λαϊκή (ανώνυμη και επώνυμη) δημιουργία. Στο παράρτημα των ρεμπέτικων δεν υπήρξε κάποια ειδική έρευνα.

Προηγείται βέβαια η περίοδος που γνωρίζεται με τον Ηλία Πετρόπουλο το 1968. Ο τελευταίος, ήρθε στο σπίτι  μας για εντελώς άλλους λόγους! Συγκεκριμένα, ήταν η περίοδος που έβγαζε τη συλλογή των „Ρεμπέτικων“ και δεν ήθελε να τη στείλει στη λογοκρισία!

Είχε προηγηθεί το περιστατικό που κάποιοι...παροικούντες στην Ιερουσαλήμ γνώριζαν, ότι ο Ρένος κατάφερε ήδη από το 1967 να βγάλει βιβλία χωρίς τη σφραγίδα της λογοκρισίας!


Πώς κατάφερνε να τα περνάει;


Η επίσημη διαδικασία ήταν η εξής: έστελνες τα χειρόγραφα δοκίμια στη λογοκρισία για σφράγιση (προέγκριση), τα παρουσίαζες στον πιεστή, αυτός τύπωνε το βιβλίο κι έπειτα το πήγαινες τυπωμένο για να ξαναπάρεις την επίσημη οριστική σφραγίδα.

Ο Ρένος απλά  δ ε ν   τ α   έ σ τ ε λ ν ε! Είχε μάλιστα και το «θράσος» (γελάει!) να το γράφει στα οπισθόφυλλα των βιβλίων! Συγκεκριμένα, μάλιστα, είχε τυπωμένο:

„Όλα τα βιβλία Η.Ν.Α. και Ρ.Η.Α. στην περίοδο της Χούντας βγήκαν περιφρονώντας τη λογοκρισία της δικτατορίας“!

Οι εκδόσεις ήταν καθαρά δικές του (όχι από εκδοτικό οίκο) και δούλευε με κάποιους τυπογράφους σε κατάσταση ημιπαρανομίας, στοιχειοθετώντας τα βιβλία σε κάσσες (παλιά τυπογραφική μέθοδος) και βρίσκοντας στη ζούλα πιεστήρια (πράγμα σχετικά εύκολο). Απλά, η δυσκολία ήταν η ασφαλής μεταφορά των βιβλίων στο σπίτι για να μη σε πιάσουν χωρίς την άδεια της λογοκρισίας.


Ας επιστρέψουμε στην επίσκεψη  Πετρόπουλου.


Έμαθε λοιπόν ο Πετρόπουλος (δε θυμάμαι πώς ακριβώς), ότι ο Ρένος περνάει βιβλία χωρίς τη σφραγίδα της λογοκρισίας και γύρευε να μάθει τον τρόπο να την αποφύγει. Τον θυμάμαι χαρακτηριστικά σαν παιδί 11 χρονών στο σπίτι μας στη Μηθύμνης. Ανέμενα την επίσκεψή του με μεγάλη χαρά, επειδή έφερνε πάντα ταβούκ γιουκτσού (γλύκισμα από χτυπημένο στήθος κοτόπουλου) και τα κατασπαράζαμε (γελάει)! Στις αλλεπάλληλες επισκέψεις του, ο Ρένος του αφηγήθηκε ακριβώς τί πρέπει να κάνει, εξιστορώντας παράλληλα τις δικές του περιπέτειες [συγκεκριμένα, τον είχε καταδώσει ένας χέστης, ο Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος[8] (που τόπαιζε κι αντιστασιακός μετά!) στέλνοντάς του την Ασφάλεια στο σπίτι!].

Δεν είναι φυσικά τυχαίο, ότι τελικά μόνο τρεις άνθρωποι κατάφεραν εκείνη την περίοδο να εκδώσουν εκτός λογοκρισίας:


  • Hρακλής Αποστολίδης [το δεύτερο τόμο των Εναρίθμων, τα Υστερόγραφα και τα Τελευταία (1968 και 1969 αντίστοιχα).] 


  • Ρένος Αποστολίδης [Στη γέμιση του φεγγαριού (Δεκέμβρης 1967, όπου έλαβε προέγκριση από τον Γιαννόπουλο - που τον κάρφωσε έπειτα! - για να βουλώσει το στόμα του πιεστή Παλαμιδάκη) (παλιός αριστερός που είχε πιεστήριο στην οδό Τοσίτσα και πανικοβλήθηκε ελλείψει σφραγίδας!), τα Κλειδιά (1968), μονογραφίες με αντιεξουσιαστικό περιεχόμενο και φυσικά τον Α2 (1968), που είναι καθαρά αντιμιλιταριστική νουβέλα. Επίσης έχουμε επανέκδοση της Πυραμίδας 67 το 1968.] 


 
  • Ηλίας Πετρόπουλος [Ρεμπέτικα τραγούδια (1968)]


Αργότερα βέβαια, όταν ο Πετρόπουλος μπλέχτηκε σ’ αυτή την ιστορία με τις... εικόνες(!), ο Ρένος τον είχε ξεκόψει. Αργότερα, όταν βρέθηκε στο Παρίσι, τέλη της δεκαετίας του ’70, υπάρχει επανέναρξη αλληλογραφίας μ’ αρκετά δείγματα που σώζονται στο προσωπικό αρχείο του Ρένου. Παρουσιάζουν μάλιστα εξαιρετικό ενδιαφέρον, μιας κι ο Πετρόπουλος ήταν αθυρόστομος και βρίζει διαφόρους (Μαρωνίτηδες κ.λ.), κ’ έχει γούστο.


Η επαφή με τον Πετρόπουλο ίσως να συνετέλεσε στην ενίσχυση της απόφασής του να συμπεριλάβει ρεμπέτικα στην Ανθολογία.




 




Χειρόγραφες επιστολές του Ηλία Πετρόπουλου, σταλμένες από το Παρίσι στον Ρένο (1977).

(πηγή: Προσωπικό Αρχείο Ρένου Αποστολίδη, με την ευγενική παραχώρηση της γυναίκας του Βίας)


Μου προκαλεί εντύπωση το εξής: γνωρίζοντας την αυστηρά προσωπική στάση του Ρένου στο γραπτό και το γενικότερο Λόγο, απορώ για τις αποκλίσεις που παρουσιάζουν τα καταγεγραμμένα (ή αποσπάσματα αυτών) ρεμπέτικα στην Ανθολογία σε σχέση με το πρωτότυπο, δηλαδή τους δίσκους των 78 στροφών, που είναι και η γνήσια πηγή.


Ο Ρένος δεν είχε καταγράψει ο ίδιος δίσκους με ρεμπέτικα. Είχε δει γραπτές μορφές ή θυμόταν εκδοχές τραγουδημένες στα χρόνια του Εμφυλίου, συγκεκριμένα αυτές του Παπαδογιωργή. Μπορεί να ακούγεται περίεργο...δε ξέρω πώς θα σταθμιστεί «επιστημονικά», αλλά δεν αισθάνθηκε ποτέ του...«ρεμπετολόγος(!)», ούτε κ’ είχε τέτοιο σκοπό. Πίστευε απλά ότι αυτό το υλικό δεν έπρεπε να πάει χαμένο και λειτουργούσε κυρίως με τη μνήμη και τις ραδιοφωνικές καταγραφές (είχε πάντα δίπλα του ένα ραδιόφωνο όταν δούλευε). Βέβαια έχουν παρεισφρήσει λάθη, πιθανώς και παραλλαγές (τραγουδημένες ίσως;) από ανθρώπους όχι «επαγγελματίες»...Μια άλλη περίπτωση ενδιαφερόμενου με αυτά είναι ο Γιώργος ο Μακρής[9], με τον οποίο ήτανε φίλοι, και σε βραδυνές τους βόλτες, του τραγούδαγε παλιά τραγούδια.


Παραπέμπει και στον Πετρόπουλο, που βρίθει λαθών τα οποία δε διορθώθηκαν ποτέ παρ’ όλες τις επανεκδόσεις που ακολούθησαν.


...τον οποίο και δεν υποψιάστηκε ότι έχει λάθη (σκόπιμα, ή λόγω της τεμπελιάς του Πετρόπουλου, δεν το γνωρίζω) και ενδεχομένως παρασύρθηκε, τουλάχιστον στις καταγραφές που ταυτίζονται μ’ εκείνες του Πετρόπουλου.


Άλλωστε ο Πετρόπουλος δεν ήταν ερευνητής. Ένας τεμπέλης ήτανε, ο οποίος έσπαγε την πλάκα του ασχολούμενος με διάφορα πράγματα που πίστευε ότι θα βγάλουνε λεφτά, ότι θα πουλήσουν και θα κινήσουν το ενδιαφέρον!



Ο Γιάννης Ψυχάρης έλεγε: „Θέλω δόξα και γροθιές!“. Τον Πετρόπουλο δεν τον ενδιέφεραν οι «γροθιές», δεν ήτανε και κανας πούστης άλλωστε σαν τον Ψυχάρη (γελάει!), τη δόξα και το θόρυβο όμως σίγουρα τα επεδίωκε (φαίνεται άλλωστε και στο προκλητικό ύφος των βιβλίων που έγραψε)!




Κάτι άλλο που θα ήθελες να προσθέσεις;


Το μόνο που μπορώ να προσθέσω σαν προσωπική μνήμη, είναι όταν πηγαίναμε εκδρομές (άρεσε στον πατέρα μου να ψήνουμε τις χειμωνιάτικες Κυριακές σε δάση της Αττικής), μέσα στο γενικό κλίμα των παιχνιδιών, της πλάκας και των συζητήσεων, έρχονταν πάντα και η ώρα κάποιων τραγουδιών. Πάντα του άρεσαν τα παλιά αυτά τραγούδια, ιδίως το „Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι“ (που το ζήταγε σε κάθε ευκαιρία, π.χ. σε κάποιο κέντρο)...Είχε μεγάλη αγάπη γι’ αυτά κ’ ε κ ε ί επανήλθε στα τελευταία χρόνια της ζωής του,..τον είχανε σφραγίσει,..τον είχανε σφραγίσει...


Σάββατο, 11.02.2012





Σημειώσεις:


[1]Πυραμίδα 67. Μαρτυρία του Εμφυλίου από τον Ρένο Αποστολίδη, που απ' την πρώτη μέρα της αναγκαστικής του στράτευσης ωρκίστηκε να μη ρίξει ουτε μια σφαίρα και να καταγράψει ό,τι δει.


[2]Σχινάς, Αλέξανδρος (Άλεκ) (1924-2012). Λογοτέχνης, γνωστός κυρίως για τα υπερλεξιστικά του κείμενα και τη δράση του ως ανταποκριτού του Deutsche Welle. Ανήκε στη γνωστή παρέα των Αγησιλαίων [βλ. το βιβλίο του Ρένου „Η άλλη ιστορία“ (1972)]. Πέθανε την ημέρα που δώθηκε η συνέντευξη...


[3]ΤΑ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ. Λογοτεχνικό-κριτικό περιοδικό των Ηρακλή και Ρένου Αποστολίδη. Πρωτοβγήκε το 1952 μέχρι το οριστικό του κλείσιμο στις 21.04.1967.

Ακολουθεί απόσπασμα από την συνέντευξη που πήρε ο Ρένος από τον Μάνο Χατζιδάκη [ΤΑ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ, τεύχος 1, Γενάρης 1966]:


Ρ.Α. Μπορείτε να μας εξηγήσετε γιατί μαίνεται κατά του ρεμπέτικου η «Αριστερά» μας; Και γιατί, επίσης, από άλλες πλευρές, κ’ οι φορείς του ψευδοαστικού φιλοδυτικού ρυθμού και τόνου; Και υπό το πρίσμα της βασικής αυτής ερωτήσεως, προσδιορίστε, αν θέλετε, τον χαρακτήρα: α) της δημιουργίας ρεμπέτικων – ή ψευδορεμπέτικων; – απ’ τον Θεοδωράκη και β) της συστηματικής επεισδύσεως – για να μην πω «εισβολής» ή «επιδημίας» – λογιώτατου ποιητικού υλικού στις μελωδίες αυτού του «πεποιημένου» ή «φαμπρικαρισμένου» λαϊκού τραγουδιού. Πρόκειται περί επεμβάσεως «εκ των άνω», σε κάτι που φυσικά άνθιζε «εκ των κάτω»; Και πώς την βλέπετε τέτοια επέμβαση; Όχι εξαλλοιωτική, καταδυναστευτική της γνήσιας λαϊκής εκδηλώσεως; Σε τι διαφέρει από τις επεμβάσεις της «Δεξιάς»;

Μ.Χ. Η «Αριστερά» θεωρεί «υγιές» ό,τι παριστάνει το «υγιές». Το ρεμπέτικο όμως, σαν γνήσια λαϊκή εκδήλωση, που δεν έχει καμμία σχέση με την ρομαντική Ελληνική Επανάσταση, δεν περιέχει αυτή την a priori «υγεία» που υποβοηθεί την σκοπιμότητα της «Αριστεράς». Αυτή είναι η ουσία. Η επιφάνεια είναι ακόμη αφελέστερη: οι μουσικοί εκπρόσωποι της «Αριστεράς» στερούνται ταλέντου. Ο Θεοδωράκης, που είναι ένας μουσικός με ταλέντο, ή δεν κατάλαβε, ή σκοπίμως έκανε πως δεν κατάλαβε, ότι δεν μπορεί να είναι «λαϊκός» συνθέτης – και το λέγω τούτο δίχως την παραμικρή πρόθεση μειώσεώς του. Δημιούργησε μια εσκεμμένη νοθεία «λαϊκής» συνθέσεως, είτε για προσωπικόν όφελος – πράγμα, ως ένα σημείο, θεμιτό – είτε για κομματικόν όφελος, πράγμα εξοργιστικό. Κάποτε προσπάθησα να του εξηγήσω, ότι άνθρωπος που έχει υποκλιθή προ του κοινού του Κόβεντ Γκάρντεν δεν αποτελεί φορέα γνήσιας «λαϊκής εκφράσεως». Δεν το κατάλαβε – όπως δεν μπόρεσε να καταλάβη πως, αν και «αριστερός», προτιμά να ζη στα «υποδουλωμένα αστικά καθεστώτα»! Παρ’ όλα αυτά, οφείλω να ομολογήσω πως όσες φορές κατάφερε να λησμονήση τις οποιεσδήποτε σκοπιμότητές του, μας έδωσε ένα θαυμάσιο τραγούδι, που απορρέει από την ιδιότητα του ταλαντούχου συνθέτου. Όλες οι άλλες του προγραμματικές, «επιγραμματικές», προεκλογικές και μετεκλογικές «ρήσεις» είναι προς κατανάλωσιν από τους αφελείς (και ελπίζω όχι στα σοβαρά από τον ίδιον).

Ρ.Α. Γιατί; Δύσκολα δηλαδή χάβει κανείς ό,τι σερβίρει στους άλλους; Εγώ ξέρω πολλά αφτιά μεθυσμένα – και πολλά μυαλά «πεπεισμένα» – από την ίδια τους τη φωνή, που μάλιστα την υψώνουν ίσα-ίσα για να πείσουν τον εαυτό τους βλέποντας άλλους να τους πιστεύουν!

(Εδώ ο Μάνος Χατζιδάκις γελάει και συνεχίζει) Όσο για την αστική αντίδραση, είναι ακόμη αφελέστερη: προέρχεται από την βασική αντίσταση του αστού στο να δέχεται ό,τι λέει την αλήθεια. Ως εκ τούτου, στερείται πάσης σημασίας.


Ρ.Α. Θέλω να επιμείνω στο θέμα, ρωτώντας σας αν λοιπόν φρονήτε πως η δημιουργία του Θεοδωράκη, ως μόνου «οπωσδήποτε αξιολογωτέρου», καθώς λέτε, της «αριστεράς» μουσικής παρατάξεως, αποτελεί ή όχι μια «εκ των άνω» καταδυναστική επέμβαση, με πρόθεση εξαλλοιωτική, εις την φυσικά ανθίζουσα βάση του λαϊκού αστικού τραγουδιού.

Μ.Χ. Το ελληνικό αστικό λαϊκό τραγούδι φύσει έχει «πεσιμιστικό» χαρακτήρα. Και λόγω καταγωγής, και λόγω καταστάσεως που αποδίδει. Η αξία του έγκειται στη δύναμη εκφράσεως. Οποιαδήποτε μετάθεσις της αξίας του αποτελεί πλάνη. Λοιπόν, η συνειδητή προσπάθεια του Μίκη Θεοδωράκη ή «αφέλεια» μπορεί να χαρακτηρισθή ή «πλάνη». Η Ιστορία, που είναι αμείλικτη, πολύ σύντομα θα σταθμίση το αληθινό ύψος τού κατά τα άλλα ταλαντούχου συνθέτου.

~.~


[4]Δημητρίου, Παύλος: Μύηση στο ρεμπέτικο [Εκλογή, τεύχος 168, σελ. 83-86, Οκτώβρης 1959]. Ακολουθεί αυτούσιο το κείμενο:


Πολλών ειδών ρυθμοί και μελωδίες ανθίζουν στα χείλη των ανθρώπων κάθε καιρού και κάθε τόπου. Μα θάκανε μεγάλο λάθος να νομίση κανείς πως είναι και πράγματι όσο φαίνεται αυθαίρετο και συμπτωματικό το τραγούδι που «κολλάει», όπως λένε, στα χείλη όλων και χιλιοτραγουδιέται, αλλάζοντας διαρκώς θέματα και μορφές, ποτέ όμως ουσία.

    Ίσως υπάρχει ένα βαθύτερο νόημα του καιρού και του τόπου, μια βασική γεύση της ζωής, κοινή σε όλους, που δεν εκφράζεται με λόγια και ιδέες, ζη όμως και δοξάζεται μέσα στο τραγούδι που φτερώνει τις καρδιές των ανθρώπων και τις ανεβάζει, σε ώρες χαράς, όλες τις κλίμακες της απολύτρωσης από το καθημερινό και το συνηθισμένο.

    Ένας ιστορικός, ένας αληθινά σοφός ιστορικός, θα λογάριαζε περισσότερο ως  «τεκμήριο» και κλειδί κατανοήσεως μιας εποχής το τραγούδι της παρά τους πολέμους και τις «ειρήνες» της· περισσότερο το «Έρι-Έρι-Ερινάκι» της γειτονιάς, παρά τη μεγάλη, την «Παγκόσμια»...Ειρήνη! Γιατί αυτό που αβίαστα τραγουδιέται κι ανθίζει επίμονα κι επαναληπτικά στα χείλη των ανθρώπων όλες τις ανυπόκριτες ώρες τους, αυτό εκφράζει και την ψυχή τους. Το τραγούδι μιας εποχής είν’ η αλήθεια της. Εκείνο που «κολλάει» στα χείλη και τραγουδιέται επίμονα, είναι ό,τι βαθύτερο συνήθως οι άνθρωποι έχουν να πουν για τη ζωή τους.

    Πρέπει λοιπόν με πολλή προσοχή να εξετάζουμε αυτό που τραγουδιέται περισσότερο  στον τόπο. Γιατί εξετάζουμε την καρδιά την ίδια του τόπου αυτού –την καρδιά τη μία, την τωρινή– και την παντοτεινή.

    Σεβόμαστε από πολλά χρόνια και τιμούμε το Δημοτικό μας Τραγούδι. Γιατί αυτό ήταν η καρδιά του ίδιου τούτου λαού πριν εκατό, και διακόσια, και τριακόσια χρόνια. Η καρδιά που χτύπησε και λαχτάρησε για τόσα και τόσα! Για την Αγάπη, για το Θάνατο, για τον Πόλεμο, για την Αντρεία, για τον Όρκο και την Κατάρα, για την Κλεφτουριά και την Επανάσταση, για το στέριωμα και την κατάλυση των όρκων.

    Κάποτε το τραγούδι αυτό το είδαμε να σταματά. Και βιάστηκαν πολύ να πούνε πως το Δημοτικό μας Τραγούδι πέθανε πια και η καρδιά του λαού μας σώπασε. Είναι όμως αλήθεια αυτό; Έτσι εύκολα σωπαίνει η καρδιά ενός έθνους; Ο λαός δεν σώπασε, δε στάθηκε. Δεν έπαψε να τραγουδά και να χορεύη. Άλλαξαν όμως οι βάσεις της ζωής του. Δε ζη πια στις κορφές· ζη στις πόλεις. Δε βγαίνει «κλέφτης στο κλαρί»· μπαίνει εργάτης στην «φάμπρικα», δουλεύει μεροκάματο, γίνεται υπάλληλος στο κατάστημα, σκλάβος στο γραφείο, δούλος στον καθημερινό μόχθο της ρουτίνας. Κ’ η κοπέλλα, δεν περιμένει πια κεντώντας στο παραθύρι τον «αρρεβωνιαστικό», που όλο αργεί και δεν έρχεται, παρά τρέχει κι αυτή κάθε πρωί στο γραφείο, στο κατάστημα, στο υφαντουργείο, στο κλωστήριο.

    Τα «ντέρτια» και τα βάσανα, η χαρά κι ο έρωτας, η πίκρα, το παράπονο, η νοσταλγία, η ελπίδα, δεν κρέμουνται πια στα δέντρα, στις σπηλιές, στα κράκουρα, στα βάτα. Όλα της ψυχής τ’ αγκίστρια, που την κρατούν και τη δένουν, την πονούν και την ξεσκίζουν, της δίνουν γέλιο και δάκρυ, είναι στην πόλη πια. Οι χαρές, οι λύπες, οι αγωνίες, περπατούν στους δρόμους των πόλεων, κάτω απ’ τις καμινάδες των εργοστασίων, δίπλα στις ράγες των τραίνων, στις ταβέρνες, στα λιμάνια, στα σοκάκια τις νύχτες. Ό,τι απλωνόταν άλλοτε στο βουνό και στον κάμπο, στενεύει σήμερα και περισφίγγεται μες στα στενά τετράγωνα της πόλης,  και γίνηκε δεύτερη φύση· στη φτωχογειτονιά, με τα κορίτσια («μπλε φουστάνι κι άσπρη ζώνη»), και τους λεβέντες («γαρύφαλο στ’ αυτί») στη σκληρή καθημερινή δουλειά της πολιτείας, στον τυραννισμένο, τον στυφό έρωτα της «Παρανομίας», που είναι, καθώς λέει και το τραγούδι, «πιο γλυκειά απ’ την αμαρτία». Έτσι και το τραγούδι, αυτά θα τραγουδήση. Γιατί το τραγούδι, μες απ’ αυτούς τους δρόμους της σημερινής θλίψης ή χαράς, της αστικής, θα ψάξη νάβρη διέξοδο για την ψυχή όλων.

    Δεν έχει σημασία που δεν δουλεύουμε όλοι στο εργοστάσιο –ούτε που δεν καθόμαστε όλοι σε φτωχογειτονιά! Σ’ εργοστάσιο ή σε γραφείο, στο Κολωνάκι ή στον Κολωνό, μιά είν’ η ατμόσφαιρα, κι ένα το ψυχικό κλίμα. Κι απόδειξη: ότι το Κολωνάκικαι η κούρσα κατεβαίνει πιο συχνά στα Ταμπούρια ή στις Τζιτζιφιές, απ’ όσο θα δικαιολογούσε ένας δήθεν σνομπισμός. Κι ενώ η ερωτική «Παρανομία» συγκινεί το εργατόπαιδο με το κόκκινο «τραπεζομαντηλέ» πουκάμισο και το μαγκωμένο στον τόρνο νύχι, όμως ενθουσιάζει και τη φανταχτερή κοπέλλα, γιατί μπορεί κι εκείνης το σπίτι κι ο αυστηρός πατέρας να κάνουν πιο πιπεράτη την «παράνομη» αγάπη.

    Το σημερινό «ρεμπέτικο» μιλάει σ’ όλους. Ό,τι δεν κατάφερε η πολιτική, το κατάφερε ο λαϊκός «μπουζουκτσής». Και το κατάφερε όχι υπέρ του ενός ή του άλλου, υπέρ του φτωχού, του πειραγμένου, ή υπέρ του πλούσιου, του επίσης πειραγμένου, παρά υπέρ κοινών πόνων και κοινών βασάνων, που ενώνουν μόνο και ποτέ δεν χωρίζουν. Η απόδειξη; Νά το κοινό των κέντρων! Το πιο ανάμικτο που μπορεί να γίνη! Και το κέφι, αληθινό –άσφαλτο δείγμα πως το κοινό κλίμα κυριαρχεί (αλλιώς κέφι δεν ανάβει, ως γνωστόν).

    Το σημερινό, λοιπόν, τραγούδι, δεν είναι πια Δημοτικό –είναι αστικό, της πόλεως! Κι ο λαός, όλος ο λαός, μήτε στάθηκε, μήτε σώπασε. Κάθε άλλο. Χορεύει! Χορεύει και «ροκ» και χασάπικο και «μπούγκι-μπούγκι», και τσιφτετέλι. Χορούς που προκύπτουν από τη σημερινή του, την ανάμικτη ζωή, τη μηχανοποιημένη μα και λεβέντικη μαζί, την ξενοφερμένη μα και ντόπια συνάμα. Γιατί είναι πια και ξένο και δικό μας το εργοστάσιο. Το «ροκ» κυνηγάει το ρυθμό των μηχανών του, μα στο μεσογειακό κορμί της θερμής κοπέλλας του, είτε της εργάτριας είτε της κόρης του βιομηχάνου, ταιριάζει και το τσιφτετέλι. Και μέσα σ’ αυτό το κατά βάση ανατολίτικο τσιφτετέλι, υπάρχουν τα πολύ σημερινά, τα πολύ «δυτικά» τακουνάκια «στο τσιμέντο, στα πλακάκια»! Τραγουδάει ο κόσμος. Ό,τι νάναι. Ό,τι κι αν του σερβίρουν. Μα για να βρή κανείς την καρδιά του, πρέπει να προσέξη. Τί τραγουδάει με «μεράκι»; Τί δεν του ξεκολλάει από τα χείλια;

    Καντάδες; Όχι πιά! Γλυκερά ερωτικά ταγκό; Μήτε. Σάμπες και «μπούγκι-μπούγκι» και «καλύψο»; Δεν τραγουδιούνται αυτά, χορεύονται μονάχα· και για να χορεύονται είναι, όχι για να τραγουδιούνται. Μήπως παραλλαγμένα, αγνώριστα, μεταμφιεσμένα και «συγυρισμένα» δημοτικά τραγούδια; Τα σιχαίνεται, όπως ο κάθε γνήσιος σιχαίνεται το νόθο. Το «ρεμπέτικο», όμως, το γνήσιο –γιατί υπάρχουνε βέβαια κι εδώ τα «imitation» και τα σκάρτα, και τα σαχλά– τραγουδάει με «μεράκι». Δηλαδή το αστικό λαϊκό τραγούδι της σημερινής Ελλάδας. Όχι το ξεπλυμένο, το κανταδοποιημένο, το «περιποιημένο» με ψεύτικα φτιασίδια, απ’ τους λογής-λογής τραγουδιστάδες των σαλονιών, αλλά το ενεπιτήδευτο, το απλό και φυσικό, το τίμιο.

    Πολλοί το βρίσκουν «ανήθικο». Μα σε τί; Στη λαϊκότητά του ή στην ειλικρίνειά του; Κατηγόρησαν την καταγωγή του. Πως βγήκε απ’ τον «τεκέ». Ναι· ας πούμε ότι ξεκίνησε από κει –αν κι ούτε αυτό αληθεύει εντελώς. Βγήκε κι από κει. Αλλά μήπως και το ηρωικό Δημοτικό Τραγούδι, το Κλέφτικο, δεν ξεκίνησε απ’ το ληστρικό;  Είναι, λοιπόν, ληστρικό το Κλέφτικο Τραγούδι; Όσο είναι του «τεκέ» το «ρεμπέτικο», κι όσο ήταν ληστής ο λεβέντης Κλέφτης του ’21!

    Κατηγόρησαν την ποίησή του. Αλλά μόνο γιατί δεν την πρόσεξαν και γιατί της ζήτησαν ό,τι ζητούν απ’ την καθαυτό ποίηση που δεν τραγουδιέται. Ζήτησαν, ακόμη, το στίχο με τα μεγάλα λόγια· δεν πρόσεξαν το στίχο (κάποτε μαστορικώτατον) με τα λόγια τα απλά, της καρδιάς, που αναβλύζει φυσικός και ατημέλητος μες απ’ την ψυχή του λαϊκού τραγουδιστή της πόλεως.

    Πολλοί ψευδοεκτιμητές του έφτασαν να γυρέψουν την αξία του έξω απ’ το ίδιο, σε πράγματα εντελώς άσχετα. Στη...βυζαντινή εκκλησιαστική μελωδία (αντί ν’ αναζητήσουν και αυτηνής την κοινή ψυχική βάση αλλού), ή ακόμα και στη...«φούγκα»! Σα να χρειαζόταν το φυσικό φαινόμενο εξήγηση άλλη από τη φυσική, και για να επαληθευθή, επί λέξει, ο σατιρικός στίχος του Μωραϊτίνη: «Ωμίλησε περί του...Μπαχ, εν σχέσει με το...Αχ! και Βάχ!».

    Το «ρεμπέτικο» αξίζει. Μήπως όμως θα χρειαστή να βρεθούν πάλι τίποτε ξένοι να μας πουν και να μας δείξουν πόσο και γιατί αξίζει; Οπότε πια θα μας πιάση όψιμο παραλήρημα «ρεμπετομανίας». Καλύτερα δεν είναι, να το δούμε μόνοι μας, μετρημένα, και να το γνωρίσουμε;

~.~

[5]Ακμή και παρακμή του ρεμπέτικου: Ένα είδος της νεοελληνικής μουσικής το οποίο δεν ζει πια. Βιβλιοκριτική του Στάντη Αποστολίδη στο βιβλίο του Κώστα Βλησίδη „Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο (1929-1959)“, «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ»  [Ελευθεροτυπία – BΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, 05.04.2007]


[6]Ηρακλή, Ρένου, Ήρκου και Στάντη Αποστολίδη: Ανθολογία της νεοελληνικής γραμματείας (Ποίηση-Διήγημα). Η εγκυρότερη Ανθολογία (εκδιδόμενη ήδη από το 1933) με τα αυστηρότερα κριτήρια στην ελληνική λογοτεχνία.


[7]Αποστολίδης, Ηρακλής (1893-1970). Διανοούμενος, αναρχικός με εκρηκτική συνδικαλιστική δράση, ανθολόγος και παράλληλα σπουδαία μορφή της ελληνικής γραμματολογίας.


[8]Γιαννόπουλος, Αλκιβιάδης (1896-1981). Λογοτέχνης.


[9]Μακρής Ρεμπώ, Γιώργος. Mποέμ φυσιογνωμία των Αθηνών στη δεκαετία του ’60. Γνωστός στον κύκλο των δημοσιογράφων της εποχής, σύχναζε στο Κολωνάκι και το Βυζάντιο. Πέθανε από υπερβολική χρήση ναρκωτικών.