Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Άγνωστες πτυχές του στιχουργού Κώστα Κοφινιώτη



Ιστορικά ντοκουμέντα


Ανακάλυψα στα σκουπίδια -κυριολεκτικά!- ενός γύφτου το ακόλουθο βιβλίο. 


1. Η φωνή της Μάνας – εξώφυλλο


Πρόκειται για μια αυθεντική, πιθανότατα ιδιωτική έκδοση 30 αραιοτυπωμένων σελίδων σε μέτρια ποιότητα χάρτου με ορισμένα σημάδια οξείδωσης, αλλά γενικά σε πολύ καλή κατάσταση. Δυσπιστώντας αρχικά και θεωρώντας σύμπτωση τη συνωνυμία, γύρισα σελίδα:



2. Πιθανή χειρόγραφη αφιέρωση του Κ. Κοφινιώτη

H έντυπη αφιέρωση στον συνθέτη Νίκο Γούναρη ενίσχυσε τις υποψίες μου! Δεν κατάφερα ν’ αποκρυπτογραφήσω την χειρόγραφη αφιέρωση...αν και το καλλιγραφικό ΚΚ στο τέλος προδίδει πιθανότατα τον συγγραφέα. Γυρνώντας στην επόμενη σελίδα, σιγουρεύτηκα για ποιόν πρόκειται!



3. Πορτραίτο του Κ. Κοφινιώτη (σελ. 3)

Ελάχιστες οι αναφορές σχετικά με τον πολισχιδή βίο του (1915 - 22.07.1987)· ποιητής, στιχουργός, υπάλληλος, διοργανωτής...καλλιστείων![1] Απεδείχθη άξιος τραγουδοποιός με αδιαμφισβήτητο στίγμα στη ρεμπέτικη δισκογραφία. Ανάμεσα στα ποιοτικότερα, αληθινά (κεπίκαιρα!) τραγούδια του, ξεχωρίζουν:



Μπήκε ο χειμώνας (Η παλτουδιά)
Μουσική: Παναγιώτης Τούντας
Εκτέλεση: Στράτος Παγιουμτζής
Δίσκος COLUMBIA DG 6590



Μέσα στη βαρυχειμωνιά (Ο καστανάς)
Μουσική: Δημήτρης Σέμσης
Εκτέλεση: Στράτος Παγιουμτζής
Δίσκος HMV AO 2683

Αγαπητός κ’ ιδιαίτερα δραστήριος στο αντίπαλο δέος του ρεμπέτικου, το «ελαφρό» τραγούδι, συνέγραψε πάμπολλα στιχουργήματα[2].


Αναζήτησα σχετικές αναφορές στη ρεμπέτικη βιβλιογραφία...μάταιος κόπος. Στα βέβαια πάντως, δεν είναι η πρώτη ποιητική συλλογή που εξέδωσε ο Κοφινιώτης. Μεταξύ άλλων βιβλίων του, αντίτυπο φέρεται να υπάρχει στον ψηφιακό κατάλογο της Εθνικής Βιβλιοθήκης.
 

Από αξιολογικής πλευράς, τα ποιήματα δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Το Ελεγείο στο νωπό τάφο του Νίκου Γούναρη“ (σελ. 15) αποτελεί στερνό φόρο τιμής στον συνθέτη, φανερώνοντας τις στενές σχέσεις μεταξύ των δύο καλλιτεχνών.


Κλείνοντας, επέλεξα να σας δώσω ένα μονάχα ποίημα...όχι επειδή το θεωρώ ως «καλύτερο», παρά γιατί είναι η εξομολόγηση και το παράπονο ενός "Μεγάλου παιδιού", που τα όνειρα και οι εμπνεύσεις του μας συντροφεύουν μουσικά μέχρι και σήμερα!



Ο ΤΑΓΚΟΓΡΑΦΟΣ

Ήθελα νάμουν ποιητής και τίποτ’ άλλο
ένα παιδί Μεγάλο!
Μα η μάνα μου τ’ έβλεπ’ αυτό με βλοσυρότη!
Κι όλο μουρμούριζε, κι όλο βλαστημούσε
την Ποίηση, την αιώνια νειότη,
που απ’ τη δουλειά μου με απασχολούσε.

Τόλεγε καθαρά θυμό γιομάτη:
θα προτιμούσε νάμουνα μπακάλης,
εργάτης, αχθοφόρος, τέλος, κάτι…
παρά σκλάβος της Τέχνης της μεγάλης!

Τόλεγε καθαρά κ’ εγώ πονούσα
κ’ ήταν στιγμές-στιγμές που με μισούσε…
Κι άφηνα τα μάτια μου προς τα αιθέρια,
σα νάλεγα τον πόνο μου στ’ αστέρια
σα νάθελα να βρω κάποιο μου φίλο
και το παράπονό μου να του στείλω…

Ήθελα νάμουν ποιητής και τίποτ’ άλλο
ένα παιδί Μεγάλο!

Κι όταν βρήκα μία θέση σε γραφείο
κ’ η μάνα μου μ’ αγάπη με κοιτούσε,
πάλι του στίχου εγώ το μεγαλείο
ένοιωθα πιό πολύ πως με τραβούσε!
Ήταν στενοί οι τοίχοι της δουλειάς μου
κι ο πόθος πιό μεγάλος της καρδιάς μου.

Πόσα γραφεία άλλαξα στ΄ αλήθεια
κι ας έδειχν’ επιμονή μεγάλη.
Η λύση αυτή μου γίνηκε συνήθεια
μες στης σκληρής ζωής τη βιοπάλη
έτσι ειν’ ο κόσμος,..τί να γίνει;
Όποιος πεθάνει κι όποιος μείνει!

Αλλού, όταν μαθαίνανε ποιός είμαι,
μου λέγαν για γραφιάς δεν κάνω…
θάχανα το ταλέντο μου εκεί μέσα
και μ’ άφηναν στους δρόμους να πεθάνω!

Είδα κι απόειδα μέσ’ την καταιγίδα
ο ποιητικός μου οίστρος ξαγρυπνούσε,
άνθιζ’ η Τέχνη, φωτεινή ελπίδα,
μα η μάνα μου στο σπίτι, εκλιπαρούσε.
Ο πόνος της Μητέρας είν’ μεγάλος…
τον ένοιωθα όσο κανένας άλλος!

Κι από τότε η φτωχή μου η Μούσα
της Τέχνης δεν αγγίζει τα λουλούδια.
Γράφει απλά, ερωτιάρικα τραγούδια…
τί νάκανα; πώς θέλατε να ζούσα;
Κ’ οι στίχοι που η Μητέρα καρτερούσε
φέρνουν κέρδη, που δεν καρτερούσε!

Σαν άσημος που είμαι Ταγκογράφος,
τη Δόξα μου, τη σκέπασε ο τάφος!
Μ’ αν ξέρατε, το λέω το μυστικό μου,
τώρα που μ’ αγαπούν στο σπίτι όλοι
και ζώ κάπως καλά σ’ αυτήν την Πόλη
δεν έσβησεν ακόμα τ’ όνειρό μου!
Σε σας το λέω γίγαντες της πέννας
δεν άλλαξε τον πόθο μου κανένας!

Ήθελα νάμουν ποιητής και τίποτ’ άλλο
ένα παιδί Μεγάλο!




Καλό και δημιουργικό 2014!



Πίκινος 




Σημειώσεις:

[1]“Για τον έρωτα μιας Διαμάντως...“ Συνέντευξη του Κώστα Κοφινιώτη στον Δημήτρη Γκιώνη [Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», 08.08.2009] (κάντε κλικ εδώ)


[2]Κάποιες παρτιτούρες «ελαφρών» τραγουδιών του Κ. Κοφινιώτη (κάντε κλικ εδώ) βρέθηκαν στο Μουσείο Κωστή Παλαμά στο Μεσολόγγι. Μέσω της φιλικής διαμεσολάβησης του κ. Δημήτρη Νικολάου, μου παραχωρήθηκαν ευγενικότατα από τους συνεργάτες του μουσείου προς ψηφιοποίηση...τους ευχαριστώ όλους θερμά!

 

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Ο τελευταίος της γενιάς του



Συνάντηση με τον μπουζουξή Νίκο Πουρπουράκη


Μέσα στην ογκώδη Chevy, πατητός εδώ και δυό ώρες από San Diego, με τον αλμυρό καλιφορνέζικο αέρα να μου καίει το πρόσωπο και τη γνωστή λευκή επιγραφή να ορθώνεται κωμικά στο αντίπερα βουνό, πλησιάζω πια στο Hollywood.

Universal και Vivid Studios, βιομηχανία του ονείρου (και της ονείρωξης!), γρανιτένια άστρα γειωμένα στα βουλεβάρτα της εφήμερης δόξας...

...

Μπαίνω σ’ ένα συνοικιακό κομμωτήριο, ένα beauty parlour· συμμαζεμένο, φρεσκοβαμμένο, άρωμα κ' εργαλεία γυναίκας, κλιματιστικό στο φούλ.

Μια σεμνή ξανθιά κοπέλλα, με γνώριμη κατατομή και τίμια ματιά, βάφει τα μαλλιά μιας πελάτισσας.

«Ο πατέρας μου έρχεται σε λίγο, είναι στο δρόμο, καθίστε!» μου λέει σε σπαστά ελληνικά.


1. Το „Χιωτάκη“ σε ρεκλάμα του ΚΑΛΟΥ ΔΙΣΚΟΥ

(πηγή: προσωπικό αρχείο Νίκου Πουρπουράκη, 
με την ευγενική παραχώρηση της γυναίκας  του Λίας)
Οι συναδέλφισσές της δουλεύουν αεικίνητες λέγοντας τα δικά τους, κοιτάζουν πότε-πότε τον απρόσμενο εισβολέα. Μιά τους ξεκλέβει ώρα, μου προσφέρει καφέ. Πιάνουμε κουβέντα στα εγγλέζικα, για το ταξίδι μου, την Ευρώπη, τον last living of his kind...

«Θα του πάρεις συνέντευξη;» ρωτάει πεταχτά, με πρόσχαρη περιέργεια. 

«Αντι-συνέντευξη!», απαντάω, «εξαρτάται όμως από τον ίδιο!».

Ένας ξανθός μπόμπιρας σκάει από την πίσω πόρτα (αντάρτης σωστός!) με φωνές και γέλια, ο μικρός Νικολάκης!

Σε μικρή απόσταση πίσω του και στο χάσμα δυό γενεών, με τους ήπιους τρόπους και τη σιγουριά του παλιού, με κουρασμένο βήμα και πλατύ χαμόγελο, μπαίνει εκείνος, ο συμπαίκτης του Χιώτη και του Τατασόπουλου, ο συνοδός της Ρόζας, η ατραξιόν του Mad Greek“, ο τελευταίος δεξιοτέχνης μπουζουξής της γενιάς του!


Πίκινος
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Κύριε Νίκο, πείτε μου πότε και πώς ξεκινήσατε να μαθαίνετε μπουζούκι.

Εγώ ξεκίνησα από δέκα χρονών επαγγελματικά με τον πατέρα μου μαζί...πηγαίναμε σε γάμους, σε διασκεδάσεις...


Ο πατέρας σας υπήρξε επαγγελματίας μπουζουξής;

Όχι, λαούτο έπαιζε και όταν είχε δουλειές πήγαινα μαζί του, σε γάμους, σε γλέντια, σε οτιδήποτε... όλ’ αυτά στις Οινούσσες (ένα νησί απέναντι από τη Χίο) απ’ όπου και κατάγομαι.


Τί σκοπούς παίζατε, κυρίως παραδοσιακούς;

Παραδοσιακά, exactly...συρτό, περισσότερο νησιώτικα...ξεσήκωνα με το αυτί και από τον πατέρα μου έμαθα τους δρόμους...τα ουσάκ, και τα ραστ, και τα χιτζάζ και τα μινόρε. Ο πατέρας μου ήτανε και γαμώ τα λαούτα, ήταν τραγουδιστής καλός και πριμάριζε πάνω στο λαούτο, δεν ήτανε μόνο ακκόρντα...


Πώς ήταν το πρώτο σας μπουζούκι; Το αγοράσατε από Αθήνα, π.χ. από τον Ζοζέφ ή ήτανε από τα παλιά μπουζούκια με τα στριφτάρια;


2. Ο Νίκος Πουρπουράκης σήμερα
(L.A., 07.06.2013)

 Όχι, από την Κρήτη είχα πάρει ένα παλιομπούζουκο να πούμε, κι όταν ήρθα στην Αμερική, στην Νέα Υόρκη, παράγγειλα το πρώτο μπουζούκι από τον Ζοζέφ,..μετά το πούλησα, παράγγειλα άλλο, το πούλησα, παράγγειλα άλλο,..μέχρι που βρήκα τούτο ‘δω (δείχνει το μπουζούκι της φωτογραφίας 1)...ήτανε και γαμώ τα μπουζούκια! Τόστειλε με το πλοίο, το „ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ“...μετά παράγγελνα και από τον Παναγή.

Όταν βλέπανε τα μπουζούκια, μου λέγανε: «πούλησέ μου το, πούλησέ μου το!»...έ, τα πουλούσα και παράγγελνα άλλα. Έχω παραγγείλει μέχρι 20 μπουζούκια από τον Ζοζέφ! Πού να τά ‘χα αυτά μπουζούκια τώρα;!..κοστίζουνε μιά περιουσία!



Έχετε σήμερα στην κατοχή σας κάποιο μπουζούκι Ζοζέφ;

Τώρα ναί, έχω...έχω ένα, έχω και του Παναγή ένα[1]...και του Κλεφτογιάννη επίσης...μ΄αρέσουνε πολύ του Κλεφτογιάννη.



Στην Αμερική ήρθατε μόνος;

Μόνος, με το όργανο...ήμουνα με βαπόρι, ξέκοψα, βγήκα έξω κ’ έμεινα στην Αμερική. Δούλευα στο βαπόρι, είχα μαζί το μπουζούκι εκείνο από την Κρήτη και πρωτόπαιξα στο Norfolk Virginia, σ’ ένα καφενείο ‘κεί...και τρελλαθήκανε...και δεν ήμουνα και καλός!


3. Ο σουλτάνος - ΚΑΛΟΣ ΔΙΣΚΟΣ 303-Β

(πηγή: προσωπικό αρχείο Νίκου Πουρπουράκη, 
με την ευγενική παραχώρηση της γυναίκας  του Λίας)

Μετά έφυγα, πήγα στη Νέα Υόρκη...εκεί αρχίνησα κ’ έκανα τους δίσκους...ήμουνα συνέταιρος σε μια εταιρία, στον ΚΑΛΟ ΔΙΣΚΟ και κάναμε πολλά hits…πολλά hits



Εκεί έκανα και τον „Σουλτάνο“ επί τόπου στο στούντιο, ‘κείνη την ώρα μούρθε! Χρειαζόμουν ένα τραγούδι ακόμα και...ούτε practice, ούτε τίποτα! Αυτοσχεδιασμός! Παίζει και ο Τομπούλης μέσα.



Επίσης με τη Ρόζα δούλεψα 9 μήνες στην Νέα Υόρκη και 6 μήνες στο Σικάγο. Πολύ καλή συνάδελφος η Ρόζα. Πέφτανε κάθε βράδυ πολλά δολλάρια!!



Πώς γίνονταν τότε το νταλαβέρι με το μερτικό;

Όλοι τα ίδια, στη χαρτούρα δεν υπήρχε εξαίρεση σε κανέναν, είτε κιθάρα ήτανε, είτε βιολί. Είχα πεί τότε να βγάζουμε της Ρόζας δυό μερτικά, αλλά δε δεχτήκανε οι άλλοι, έκανα λοιπόν κ’ εγώ την κορόιδα...αφού δε θέτε...είχα πεί να της βγάζουμε περισσότερα, γιατί κάναμε πολλή χαρτούρα, 60-100 δολλάρια τη βραδιά, πολλά λεφτά! Σημερινά 400 δολλάρια και παραπάνω!


Σε φωτογραφίες σας είδα επίσης με τον μπαρμπα-Θανάση τον Αθανασίου.

Ναί, από την Αίγινα, μπουζούκι έπαιζε ή κιθάρα(;)..έφτιαχνε όργανα κιόλας αυτός...


Ποιός από τους παλιούς «μετράει» κατά τη γνώμη σας περσότερο;

Μόνο ο Χιώτης! Είχε διαφορετικό στύλ. Μπορεί ν’ ακούσεις ένα δίσκο με δέκα διαφορετικούς μπουζουξήδες μέσα, αλλά τον Μανώλη τον καταλαβαίνεις αμέσως, οι πενιές του είναι σαν καρύδια!


Συνεργαστήκατε μαζί του;


4. Με τον Μανώλη Χιώτη

(πηγή: προσωπικό αρχείο Νίκου Πουρπουράκη, 
με την ευγενική παραχώρηση της γυναίκας  του Λίας)
Βέβαια, μαζί και η Λίντα στη Νέα Υόρκη, στο Ζappion Pavilion“ δουλεύαμε μαζί για 7 μήνες. Πολύ καλός συνάδελφος. Και η Λίντα...my favourite! Ό,τι πεί είναι διαμάντι!

...Καθόμαστε, θυμάμαι, ώρες και φτιάχναμε του Μανώλη πένες! Μιά πένα για να φτιάξεις, μας έπαιρνε περίπου μιά-δυό ώρες! Ήτανε πολύ μίζερος σ’ αυτά, έπρεπε η πένα να βγάζει καθαρή τη νότα! Είχαμε ένα μηχανάκι, απ’ αυτά που γυρίζουν για να φτιάχνουν οι γυναίκες τα νύχια τους...μ’ αυτά πολεμάγαμε και κόβαμε τις τρίγωνες πλαστικές αμερικάνικες πένες, τις μικραίναμε και τις τροχίζαμε γύρω-γύρω με το μηχανάκι αυτό...


Γνωρίζω ότι δουλέψατε επίσης με τον Γιάννη Τατασόπουλο.

Με τον Γιάννη τον Τατασόπουλο δούλεψα πολύ καιρό...πολύ καλός, από τα καλά μπουζούκια! Είμαστε μάλιστα και συγγενείς, είχε παντρευτεί ξαδέρφη μου από το Baltimore…έχει πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια. Με το γιό του το Νίκο μιλάμε στο ίντερνετ ταχτικά μαζί.


Ποιές λαϊκές φωνές παραδέχεστε;

Από τραγουδιστές, Λίντα και Στράτο Διονυσίου. Κι άλλοι πολλοί που δεν ξέρω τα ονόματά τους, κάτι γύφτοι ουσακλήδες...Παναγία μου! Και κάτι γύφτισσες...αλλά δε προχώρησαν, δεν ξέρω γιατί. Και βέβαια ο Καζαντζίδης...θ’ αργήσει να γίνει κι άλλος σαν αυτόν...κι αν γίνει!


Γνωρίσατε τον Γιάννη Παπαϊωάννου;

Βέβαια! Μιά μοναδική φορά με κάλεσε να παίξω μαζί του σε μια χοροεσπερίδα στη Νέα Υόρκη! Εκεί γνωριστήκαμε λοιπόν, και πήγαμε μετά μαζί στης Ρένας Ντάλια...και μούδωσε χορδές θυμάμαι!

Τί καλός άνθρωπος ο Παπαϊωάννου! Ωραίος, είχε το δικό του στύλ! Τρελλαινόμουν με το „Πέντε Έλληνες στον Άδη“!


Προλάβατε επίσης τον Τζακ τον Χαλκιά;

Α, λές αυτόν πούχει βγάλει το „Μινόρε του τεκέ“; Δεν τον εγνώρισα...τη γυναίκα του γνώρισα στο Σαν Φρανσίσκο, ενώ ο ίδιος είχε πεθάνει...ήταν ωραίος, το μινόρε που κάνει είναι πολύ ωραίο!


Από τους παλιότερους πειραιώτες κανέναν, π.χ. τον Μάρκο;

Όχι, αυτούς δεν τους πρόλαβα...


Περάσατε όμως εκείνη την περίοδο από Αθήνα πρωτού σαλπάρετε για Αμερική;

Λίγο έκατσα στην Αθήνα...δεν έκανα όμως περαντζάδα από τα μαγαζιά...


Πριν περίπου 3 χρόνια, μέσα από το κανάλι σας στο YouTube, είδα παλιές βιντεοσκοπήσεις σας στη Χαβάη από τη δεκαετία του ’70, όπου κάνατε σόου πάνω στα τραπέζια.

Είδες αυτά τα βίντεο;! Ω! (γελάει!)

Σας επέκρινα δημόσια τότε, μάλιστα εκφράστηκα άσχημα...σας το λέγω ανοιχτά, με όλο τον σεβασμό που σας τρέφω. Ήτανε η φυσική μου αντίδραση, αφού άλλη εικόνα είχα στο νού...άλλωστε, ο Νίκος που αγαπάω, είναι ο Νίκος του „Σουλτάνου“ και του „Βουνού“…

Ήμουνα 9 χρόνια στη Χαβάη, επαγγελματικοί οι λόγοι...ερχότανε τότε περισσότερο Έλληνες να μ’ ακούσουν, μετά μπήκανε και Αμερικάνοι που τους άρεσε το ελληνικό στοιχείο...Σκληρή δουλειά...ανέβαινα πάνω στα τραπέζια, έκανα κάτι τρέλλες εκεί...έπεσα πόσες φορές κάτω, έσπασα δυό μπουζούκια...και νομίζανε ότι είναι μέρος του σόου!!

Γλίστρησα κάποτε από τα τραπέζια κ’ έσπασα ένα καλό, ένα πολύ καλό μπουζούκι του Παναγή...το λυπήθηκα πολύ το μπουζούκι αυτό...(αναπολεί συγκινημένος)



5. Ενθύμιο αγάπης στον Πίκινο
Περάσατε ποτέ στο τετράχορδο;

Με τετράχορδο δεν ασχολήθηκα καθόλου, τίποτα...μ’ άρεσε το τρίχορδο. Το τετράχορδο λέγεται και κιθαρομπούζουκο! ΄Ετσι το λέγαμε όταν βγήκε...το έκανε ο Χιώτης. Δεν το γουστάριζα όμως και δεν ασχολήθηκα καθόλου.


Πιστεύετε ότι γράφονται σήμερα λαϊκά τραγούδια;

Όχι, όχι! Αηδίες, σαχλαμάρες τώρα! Το αλλάξανε, το πήγανε στο μοντέρνο...άλλαξε τελείως το ρεμπέτικο, τώρα όλοι γρου-γρου-γρου (παίρνει κωμική στάση παιξίματος), αυτό κάνουν, ποιός θα παίξει πιό γρήγορα...thats all! Δεν υπάρχει το στακάτο μπουζούκι...


Συνεχίζετε δημιουργικά μέχρι και σήμερα;

...Έπαιξα και σε δύο αμερικάνικες ταινίες, και σ’ ένα σόου αμερικάνικο...

Ε, τώρα πιά το παράτησα...το πιάνω καμμιά φορά για να ξεβαριέμαι, αλλά δεν πάνε πιά τα χέρια...γεράσαμε πιά..έτσι τάχω τα μπουζούκια εκεί και στέκονται.

...Έλα να βγούμε ένα λεφτό έξω, να κάνω ένα τσιγάρο... (σηκώνεται κουρασμένος)



Los Angeles, Παρασκευή 07.06.2013


Σημειώσεις:

[1]Η πληροφορία είναι ανακριβής· κατόπιν τηλεφωνικής μας επικοινωνίας, ο κ. Πουρπουράκης διορθώνει: «ένα μπαγλαμά του Ζοζέφ (ανήκε μάλιστα του Τσιτσάνη, μου τον χάρισε η Μαρίκα Νίνου όταν ήρθε στην Αμερική και την πήγα με το αυτοκίνητο άρρωστη στο αεροδρόμιο για να επιστρέψει στην Ελλάδα) κι ένα μπουζούκι του Τσακιριάν.»



[2](συμπλήρωση στις 15.06.2013)Ρώτησα τον κ. Πουρπουράκη πώς αντιλαμβάνεται την έννοια του ρεμπέτη, τί σήμαινε η λέξη στην εποχή του και ποιά η γενική αποδοχή της. Δεν έλαβα συγκεκριμένη απάντηση...αντ’ αυτού, μου παραχώρησε μια ψηφιοποιημένη μπομπίνα!



Εδώ παρουσιάζονται για πρώτη φορά στα ρεμπέτικα χρονικά, τρείς αμανέδες ηχογραφημένοι ζωντανά σε μπομπινόφωνο, στο σπίτι του κ. Πουρπουράκη στο Σικάγο το έτος 1956. Στο μπουζούκι σολάρει ο κ. Πουρπουράκης, τραγουδάει ο ρεμπέτης Κώστας Ρούκουνας! H μοναδική αυτή συνάντηση έγινε αυθόρμητα και δίχως πρόβες ή άλλες προετοιμασίες. Το ντοκουμέντο ακούγεται για πρώτη φορά μετά από 57 χρόνια λήθης.


Με μια μικρή επιφύλαξη, μπορώ να πώ πως ο πρώτος μανές δεν εμφανίζεται πουθενά καταγεγραμμένος στη γνωστή δισκογραφία, και πιθανόν αποτελεί έμπνευση της στιγμής:

Η ξενιτειά είναι καημός, η ξενιτειά είναι λαύρα,
η ξενιτειά μου τάκανε τα σωθικά μου μαύρα.

Ο δεύτερος μανές:

Καρδιά μου γίνε σίδερο, καρδιά μου γίν' αμόνι,
να σε βαρούν αλύπητα τα βάσανα κι οι πόνοι.

τραγουδήθηκε παλιότερα από τον Ρούκουνα υπό τον τίτλο „Σμυρνέικος ματζόρε μανές“.

Ο τρίτος μανές:

Πάντα με σκέψη περπατώ κι όλο τη γης κοιτάζω,
στον κόσμο εγεννήθηκα καρδιές να δοκιμάζω.

αποτελεί παραλλαγή του γνωστού μανέ „Ραστ γκαζέλ“ του Γιώργου Τσανάκα. Στο γρήγορο μέρος, ο Ρούκουνας μας χαρίζει μοναδικές στιγμές αυτοσχεδιασμού, τραγουδώντας εν μέρει στα τούρκικα. Tο ταξίμι δε...όσοι τ’ ακούσετε, τραβάτε να σπάσετε τα μπουζούκια σας!!


Δεν υπάρχουν λέξεις να εκφράσουν την τιμή, την ευγνωμοσύνη που αισθάνομαι προς την οικογένεια Πουρπουράκη.

Νοιώστε τη δύναμη του πολύτιμου αυτού ντοκουμέντου...ακούστε κ’ αιμορραγήστε!


Γειά σου Νίκο μου, μπουζούκαρε, με τα ταξιμάκια σου τα έμορφα!




Υπόμνημα:

Ο αυθόρμητος χαρακτήρας της συνάντησης, αλλά κυρίως το γεγονός ότι ο κ. Πουρπουράκης είναι πια φανερά καταβεβλημένος, δεν άφησε ιδιαίτερα χρονικά περιθώρια...έπειτα, τί να πρωτοειπωθεί;..

Δε θέλω να καταχραστώ την ευγένεια και κυρίως την εμπιστοσύνη του οικοδεσπότη μου· ορισμένα αποσπάσματα της κουβέντας θα παραμείνουν κρυμμένα από τα αδιάκριτα μάτια των σκανδαλοθήρων. Εγώ την εμπειρία μου θέλησα να μοιραστώ, τίποτε περσότερο.

Ευχαριστώ θερμά την κυρία Λία Πουρπουράκη, που με προθυμία και αμεσότητα κανόνισε την συνάντηση. Στεναχωρέθηκα που δεν μπόρεσε να παρευρεθεί...ως τώρα οι κουβέντες μας αφήνουν την αίσθηση παλιάς καλής γνωριμίας.

Όποιος επιθυμεί περαιτέρω πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του κ. Πουρπουράκη, ας ανατρέξει:

- στα YouTube-κανάλια του (κάντε κλικ εδώ κ’ εδώ)

- στην τηλεφωνική συνέντευξη που έδωσε στις 05-06.11.2011 στον Δημήτρη Αβαγιανό (κάντε κλικ εδώ)

- σε άρθρα του κ. Ηλία Μπαρούνη (περιοδικά „Πάλκο“ και „συλλογές“).