Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Μια δασκάλισσα αλλιώτικη από τις άλλες


Η Μπύρα του Πίκινου


Mπήκε λοιπόν κι αυτό το καλοκαίρι…εδώ λοιπόν μια διαχρονική έμπνευση για να δροσιστείτε (ιδίως όσοι τελευταία ιδρωκοπάτε αγανακτισμένοι και κατσαρολικά φέροντες)!

Η αυθόρμητη συνάντησή μου στο Αμβούργο τον περασμένο Μάη με τον Κώστα Ραυτογιάννη ή „Νεαπολιώτη“ κάρπωσε και την συνεργασία μας. Μετανάστης και άνθρωπος του μόχθου, ο Κώστας με συνάντησε μ' έναν αέρα παλιού γνώριμου. Είχα μάλιστα την χαρά να περευρεθώ στη σοφίτα του, που είναι μια σωστή χρονομηχανή! Όργανα, δίσκοι 78 στροφών, καθώς κι ένα παλιό γραμμόφωνο επισκευασμένο από τον ίδιο τον Νίκο Βραχνά (βλ. Υπόμνημα), του οποίου ο Κώστας υπήρξε γείτονας και φίλος από τα παιδικά του χρόνια, καθώς και μαθητής του μετέπειτα στο μπουζούκι.

Να ευχαριστήσω θερμά τον Δημήτρη Ν. που είχε (και πάλι!) την υπομονή να αναλάβει το ρόλο του «κωπηλάτη», δίνοντας πνοή και ζωντάνια στο τραγούδι με το μπασοκίθαρό του! (για στίχους και λοιπές λεπτομέρειες, κοιτάξτε τα σχετικά σχόλια στο κάτω περιθώριο του video).


Oι στίχοι είναι χαρισμένοι σ’ εσένα Βίκυ, επειδή τους γουστάρισες! Σου εύχομαι από καρδιάς τα καλύτερα!





Υπόμνημα:

Ο Νίκος Βραχνάς ή „Μουστάκιας“ αποτελεί τον τελευταίο ίσως εκπρόσωπο της λεγόμενης «πειραιώτικης σχολής» του ρεμπέτικου. Ο Κώστας έχει συγκεντρώσει και διανέμει ελεύθερα πολύτιμο οπτικοακουστικό υλικό και μαρτυρίες που θα βρείτε εδώ. Τα δείγματα αποτελούν πραγματική σπουδή για την κατανόηση και το παίξιμο του μπουζουκιού του ’30.

Ξανατονίζω εδώ, ότι η διανομή είναι ελεύθερη, για να το βλέπουν κει έξω κανα δυο-τρεις κοπρίτες που κρύβουν (και ενίοτε κρύβονται!) παρόμοιο υλικό...


Πίκινος

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Λαϊκή κιθάρα κατασκευής Άρι Απαρτιάν, 1969


Περί οργανοποιίας 



 Η πρώτη επαφή με μια ρεμπετοκιθάρα Απαρτιάν μου έκανε ζημιά: αναστατώθηκα με τον ήχο και θέλησα  οπωσδήποτε να αποκτήσω μία, κι ας μην ξέρω να παίζω (ρωτώντας κάποτε τη γνώμη του σπουδαίου οργανοποιού Παναγιώτη Καφετζόπουλου για τις Απαρτιάν, με αποστόμωσε, λέγοντας πως: „είναι  α π ό κ τ η μ α!“)!

Μετά από περίπου 1,5 χρόνο αναζήτησης, κατάφερα να βρω μια λαϊκή κιθάρα κατασκευής Άρι Απαρτιάν.

Πωλητής της ήταν ο συλλέκτης δίσκων γραμμοφώνου και οργάνων Σταύρος Κουρούσης, ο οποίος στην αγγελία πώλησης την περιέγραφε σε „άριστη κατάσταση“. Στην τηλεφωνική μας επικοινωνία μάλιστα, μου επεσήμανε ότι ήταν προσφάτως επισκευασμένη από τον κ. Τάσο Κατσίφη, συνεργάτη του γνωστού οργανοποιού κ. Κλεφτογιάννη.

Επειδή στάθηκε αδύνατον να δω και να δοκιμάσω προσωπικά το όργανο, το έκανε για λογαριασμό μου φίλος, πολύ καλός ρεμπετοκιθαρίστας, όπου και με τη βοήθειά του κλείσαμε την αγορά.

Με την πρώτη ευκαιρία, και με μεγάλη αγωνία και χαρά παρέλαβα το όργανο στην εξής «άριστη κατάσταση»:

 
·         καπάκι: ένα μικρό ράγισμα (περίπου 6cm) από χτύπημα, κάποιες γρατζουνιές και σημάδια από χτυπήματα, γενικά σε καλή κατάσταση.
 
·         φιγούρα (από πλαστικό): αντικαταστάθηκε από τον κ. Κατσίφη (celluloid κομμένο στο χνάρι της παλιάς φιγούρας), σωστή δουλειά.
 
·         κάτω καβαλάρης: αυθεντικός, πολύ καλή κατάσταση. Φαίνεται να είχε ξεκολλήσει και ξανακολληθεί παλιότερα, όντας καλά πακτωμένος μεν, αλλά το παλιό κόλλημα-επισκευή επιεικώς απαράδεκτο.
 
·         πλάτη (από κόντρα πλακέ, χαρακτηριστικό των Απαρτιάν!): δύο παλιά, αριστοτεχνικά επισκευασμένα ραγίσματα (περίπου 2cm έκαστο, μετά βίας διακρίνονται) κοντά στην ένωση με τα πλαϊνά, κατά τ’ άλλα σε πολύ καλή κατάσταση.
 
·         πλαϊνά: άριστη κατάσταση.

·         ταστιέρα: πεντακάθαρη, τάστα σε άριστη κατάσταση.

·         πάνω καβαλάρης: αυθεντικός, άριστη κατάσταση.
 
·         καράολο: πολύ καλή κατάσταση.

·         κλειδιά: τα παλιά (χαλασμένα) αυθεντικά κλειδιά αντικαταστάθηκαν από τον κ. Κατσίφη με εξίσου παλιά κλειδιά της δεκαετίας του ’70, με το αιτιολογικό „της παλαιότητας των κλειδιών για λόγους αυθεντικότητας και λόγω του γεγονότος ότι τα σημερινά μοντέρνα κλειδιά λόγω διαστάσεων δεν θα ταιριάζουν“.

Φαντάζει σωστό το σκεπτικό, με τη διαφορά όμως ότι στην πράξη τα «νέα» κλειδιά ήταν σχεδόν άχρηστα!

·         και τέλος: το μπράτσο στην ένωση του τάκου με το σκάφος φανερά ξεκολλημένο.


Σχετικά με το τελευταίο: σε (έμμεση είναι η αλήθεια) επικοινωνία, τόσο ο πωλητής, όσο και ο επισκευαστής, υποστήριξαν:

1)       ο μεν ότι „δε θυμάται να υπήρχε τέτοιο πρόβλημα“,

2)       ο δε ότι „αν συνέβει κάτι τέτοιο, είναι λόγω ξηρασίας της ατμόσφαιρας ή χτυπήματος“!

Δεν είμαι οργανοποιός, ούτε βέβαια διεκδικώ το ρόλο χειροτέχνη. Έχοντας πάντως θητεία στη βαρέα βιομηχανία (και φυσικά όχι στον ελλαδικό χώρο), πιστεύω πως έχω καλή αντίληψη του τί ακριβώς είναι και εξυπηρετεί μια ένωση δύο ξένων σωμάτων. Και στην προκειμένη μπορώ να πω με βεβαιότητα, πως μήτε από ξηρασία συνέβει η αποκόλληση, μήτε από χτύπημα!

Όχι ότι τέτοιες ζημιές δε συμβαίνουν και είναι φυσικά επισκευάσιμες, απλά: σιχαίνομαι το θέατρο και τις -κατά τον Καβάφη- „πολλές κινήσεις και ομιλίες“…

Κι επειδή στο ιστορικό αυτό όργανο, αλλά πολύ περσότερο στην καλή μου διάθεση δεν πρέπουν ούτε αξίζουν βαρυθυμίες λόγω φτηνής συμπεριφοράς εμπορίσκων, δεν έμεινε και άλλη επιλογή: απ’ τ’ αυτί και στο μάστορα!

Την αποκατάσταση ανέλαβε ο κατασκευαστής κιθάρας  Thorsten Lietz, ο οποίος:

α) αφού εξέτασε την κιθάρα, απαρίθμησε τις επισκευές περιορισμένος στα απολύτως απαραίτητα, ώστε να μην αλλοιωθεί ο χαρακτήρας του οργάνου,

β) ανέλυσε λεπτομερώς το κοστολόγιο, υπογραμμίζοντας ο ίδιος πως „είναι τεχνίτης, πράγμα που σημαίνει ότι η δουλειά που ενδεχομένως θα προκύψει μπορεί να διαφοροποιηθεί κατά +20% της συμφωνηθείσας τιμής, αλλά σε αυτή την περίπτωση θα φροντίσει να μ’ ενημέρωσει πρωτού προχωρήσει“.

Συμφωνήσαμε σε:

·         επανατοποθέτηση μπράτσου (διαδικασία γνωστή ως neck reset) με όλα τα παρελκόμενα (τρίψιμο κ.λ.),

·         εσωτερική ενίσχυση του ραγίσματος του καπακιού (το ράγισμα ήταν ισχνό, έτσι το άνοιγμα του καπακιού ευτυχώς όχι απαραίτητο),

·         αλλαγή κλειδιών με γιαπωνέζικα Gotoh, εξαίρετα στη χρήση όσο και στην όψη (και το κυριότερο: μια χαρά ταίριαξαν οι διαστάσεις, μονάχα οι τρύπες ανοίχτηκαν με το δράπανο ελαφρώς μεγαλύτερες, κύριε Κατσίφη!).

Όπως έγραψα, ο κάτω καβαλάρης στην τωρινή κατάσταση είναι καλά πακτωμένος και μια επανατοποθέτηση θα ήταν ίσως επιζήμια για το καπάκι, έτσι και δε κρίθηκε στην παρούσα φάση απαραίτητη.

Με νέο λουστράρισμα (και συνεπώς στοκάρισμα και τρίψιμο) δεν θέλησα επίσης να μπλέξω...η κιθάρα δε κρύβει τα χρόνια της και είναι ιδιαίτερα ελκυστική!

Ο μάστορας εκπλήρωσε τη συμφωνία μας με μεράκι, γνώση και συνείδηση, δίνοντας επιπλέον και εγγύηση 6 μηνών για οτιδήποτε προκύψει (Danke für alles, lieber Thorsten!). Η τελική τιμή δε (λαμβάνοντας υπόψην ότι τα κλειδιά της επιλογής μου ήταν σχετικά ακριβά) δεν ήταν καθόλου υψηλή.




1. Και το όνομα αυτής: "Κωστής" (φόρος τιμής στον Μπέζο)! Έτοιμη για νέες συγκινήσεις!


 
2. Η πυρογραφία, ίδια με αυτή του μεγάλου αδελφού Γρηγόρη, αλλά με Α. αντί για Γ. Εγγυημένος ήχος!


 
3. Λεπτομέρεια από το καπάκι.



4. Λεπτομέρεια από το τελείωμα της ταστιέρας. Φοράμε 11άρες Pyramid silver.


 
5. Το κλασσικό καράολο των αδελφών Απαρτιάν.



6. Τα νέα κλειδιά (μαύρες βίδες, εβένινα αυτάκια!).


Όσο για τον ήχο...βγαλμένος θαρρείς από τις ηχογραφήσεις του Περιστέρη, ισορροπημένος, ζεστός και ξύλινος, καντίνια που μαχαιρώνουν όλο γλύκα, σκαφτή μπασαδούρα!

Όντας ατάλαντος τριχορδάς, ομολογώ πως πάντα ζήλευα τους ρεμπετοκιθαρίστες! Τουλάχιστον τώρα δεν υστερώ σε τίποτα σε ό,τι αφορά το όργανο! Όσο για ηχητικά δείγματα...οψόμεθα (ας μάθω πρώτα να παίζω αξιοπρεπώς μπουζούκι!).


Υπόμνημα:

Χρήσιμες πληροφορίες (ίσως και οι μοναδικές που υπάρχουν) σχετικά με τους αδερφούς Απαρτιάν θα βρείτε εδώ.

Χαρακτηριστικό δείγμα παιξίματος μιας κιθάρας Γρ. Απαρτιάν μπορείτε να δείτε και ν’ ακούσετε εδώ.



Πίκινος

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Μια σύνθεση, ένα πείραμα, ποικίλες αντιδράσεις!

Η Μπύρα του Πίκινου


Έπεσε στα χέρια μου μια παλιά πλάκα γραμμοφώνου, δυστυχώς σε άσχημη κατάσταση. Η (μαύρη) ετικέττα είναι εντελώς φθαρμένη, δεν διακρίνεται ουσιαστικά κανένα στοιχείο. Επιπλέον, παίζει μονάχα η μια πλευρά του δίσκου.

Με τη βοήθεια φίλου που καταγίνεται εδώ και χρόνια με γραμμόφωνα, καταφέραμε να μετατρέψουμε το τραγούδι σε ψηφιακή μορφή και ορίστε το αποτέλεσμα των κόπων μας:


Ενθουσιαστήκατε;! Αν ναι, λυπάμαι: άνθρακες ο θησαυρός!


Στο ακόλουθο video παρουσιάζεται η...«αυθεντική» εκτέλεση του τραγουδιού,  σε δικούς μου στίχους και σύνθεση του σπουδαίου μουσικού και φίλου Δημήτρη Ν. (για στίχους και λοιπές λεπτομέρειες, κοιτάξτε τα σχετικά σχόλια στο κάτω περιθώριο του video).



Ο Δημήτρης είχε την εξαίσια ιδέα-βόμβα, πρωτού παρουσιασθεί επίσημα το τραγούδι, να το ντύσει ψηφιακά ώστε να φαντάζει παλιό και ξεχασμένο, με σκοπό βέβαια να ζυγιστούν και οι αντιδράσεις!

Η ιστορία έλαβε σε χρόνο-ρεκόρ διαστάσεις και συζητήθηκε στα δύο μεγάλα fora του ρεμπέτικου, συγκεκριμένα εδώ, όπως επίσης κι εδώ.


Τα συμπεράσματα και τα (ενδεχόμενα) σχόλια σχετικά με το τραγούδι σας ανήκουν δικαιωματικά. Προσωπικά, επιβεβαίωσα για πολλοστή φορά τις κρίσεις μου για τα κρατούντα στο ρεμπέτικο χώρο...


Υποσχόμαστε πως όσο τα τραγούδια θα έχουν κάτι να πουν, θα συνεχίζεται και η προσπάθεια. Διασκεδάζουμε αφάνταστα στο δημιουργικό μας ταξίδι και πλέουμε -γελώντας ξεκαρδισμένοι!- σε άλλα νερά!    



Πίκινος

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Τα παραμύθια της μπούκλας: άπλυτες και παραπεταμένες ιστοριούλες που δεν πείθουν!

Κριτικό σημείωμα


Δε προλάβαμε καλά-καλά να συνέλθουμε από τις φανφάρες του «ρεμπετολεξικού» του, και ο κ. Λαδόπουλος ξαναχτυπά, απειλώντας με νέες προδημοσιεύσεις (δείτε εδώ ένα παλιότερο άρθρο, όπως κ' εδώ) του -προσεχώς υπό έκδοση- βιβλίου του με τίτλο: „Τα πλυμένα και άπλυτα του ρεμπέτικου“.


Mεταξύ άλλων, διαβάζουμε στον πρώτο σύνδεσμο:

>>Ένας απ΄τους πάμπολλους λόγους που ο Κώστας Μασσέλος Νούρος βρίσκεται μονίμως στις τελευταίες θέσεις της βαθμολογίας προτιμήσεων είναι και ότι είχε το κουσούρι...

Δε γνωρίζω τί κομίζουν οι „απελευθερωμένες κοινωνίες“ (αν μάλιστα προσδίδαμε στις λέξεις και την αντίστοιχη εννοιολογική τους βαρύτητα, μια κοινωνία κάθε άλλο παρά «απελευθερωμένη» είναι),  αναρωτιέμαι όμως, γιατί πρέπει -ντε και καλά!- να μ’ ενδιαφέρουν οι ερωτικές περιπτύξεις του Νούρου (όπως άλλωστε και του κάθε Νούρου);! Μήπως πάψω να μερακλώνομαι με τους αμανέδες του, τώρα που ο επίδοξος συγγραφεύς μου άνοιξε τα μάτια;! Οι καρποί του καλλιτέχνη είναι το ζητούμενο, ή πώς την βρίσκει στο κρεββάτι του;

Απ’ όσο γνωρίζω, ο κ. Λαδόπουλος έχει αφιερώσει και κάποιο σχετικό blog για να δικαιώσει τη φήμη του -αποκεκλεισμένου από τα hits!- Νούρου. Ωστόσο, όχι μόνο δεν πρωτοτυπεί, απεναντίας μάλιστα: τον γκρεμοτσακίζει ολοσχερώς από τα charts στα Τάρταρα, αφού συνεχώς στο…„κουσούρι“ του λεγάμενου αναλώνεται και καταναλώνεται, μόνο που τελικά η όστια δε χωνεύεται, προκαλώντας αδενοπάθειες!

[Θυμήθηκα χαρακτηριστικά την...„πολυβραβευμένη“ ταινία „Καβάφης“ (1994) σε σενάριο και σκηνοθεσία του Γιάννη Σμαραγδή. Ο Καβάφης παρουσιάζεται καθόλη τη διάρκεια του έργου μουγγός(!), αδράχνοντας όμως κάθε ευκαιρία να συνουσιάζεται με άνδρες (κουσουρλής κι αυτός)!  Ο λόγος είναι προφανής: ο σκηνοθέτης μεταλαμπάδευσε τις χάρες του στον ποιητή, κάνοντάς τον να ομιλεί (με συγχωρείτε κυρίες!)...εκ της κωλοτρυπίδος!]

Συμπερασματικά, τα περί „τελευταίων θέσεων της βαθμολογίας προτιμήσεων“ μόνο γέλωτα προκαλούν! Γίνεται πότε τα γούστα και ντέρτια του καθενός να μπαίνουν στο στόχαστρο της στατιστικής και τα μηχανάκια της AGB, ένα πράμμα να πούμε σαν το ΜΤV European Top 10 (sic);!


Ως προς την «ανάλυση» του τραγουδιού του Π. Τούντα „Γίνομαι άντρας“: δε γνωρίζουμε τί ακριβώς είχε κατά νου ο συνθέτης. Ούτε κ' έχει τελικά σημασία αν η αγοροκοριτσάρα παλαμούτιαζε ή όχι τη δούλα της για να εκτονώσει τους λάγνους ωτακουστές των γραμμοφώνων. Σε απλά ελληνικά είναι το τραγούδι, διηγείται μια ιστορία-τέρπει! Άρα επέτυχε πάλι το σκοπό του ο συνθέτης, φυσικά δίχως μεσίτες! Στα ίδια επίπεδα κινείται και το (ριζοσπαστικό για την εποχή του αλλά σαφώς ευθύτερο) „Αν ήμουν άντρας“ του Β. Παπάζογλου.

Κοντολογίς, πολύς ντόρος για το τίποτα, αφού τόσο η ομοφυλοφιλία όσο και οι ποικίλες σεξουαλικές προτιμήσεις διέπουν την ανθρώπινη φύση και καθορίζουν την ατομικότητα...κατά τ’ άλλα, ευτυχώς που σπεύδει ο κ. Λαδόπουλος να μας ξεκαθαρίσει, ότι „το γραφτό“ του „δεν αποτελεί κουτσομπολίστικη εντρύφηση“...



Ας δούμε τώρα το δεύτερο (και πιο πρόσφατο) σύνδεσμο: με αφορμή κάποιο «σκίτσο» του «ζωγράφου» Τάκη Σιδέρη (που «χαίρει εκτίμησης» μιας και «κόσμησε» την πρώτη έκδοση των „Ρεμπέτικων τραγουδιών“ του Πετρόπουλου), ο κ. Λαδόπουλος περνάει πλέον για τα καλά στη σφαίρα της μεταφυσικής με σουρεάλ πινελιές, όπου και διαβάζουμε για μουστακαλήδες (και μή) αγγέλους, „μεγάλους σα τζετ“ ή „μικρούς και ανάλαφρους“ (με „πέταγμα στη χλόη“ πιο ανάλαφρο κι απ’ αυτό της πορδής μιας πεταλούδας!) και γενικά ποιός είδε τον άγγελο...και δεν τον εφοβήθηκε!

Να σταθούμε σε ορισμένα σημεία:

>>ο Δημήτρης Ατραϊδης ήταν πολύ πιό μεγάλος απ' ότι μπορούσε να πίστευε ο ίδιος... θεωρώ το ίδιο γιά τον Τσιτσάνη...Ήταν όμως πολύ ικανότερος απ' ότι αφηνόταν να πιστεύει.

Στην τέχνη δεν υπάρχουν μεγέθη, παρά ποιότητες. Τώρα, τί πίστευαν ο Ατραΐδης ή ο Τσιτσάνης περί εαυτόν...δεν θα το μάθουμε ποτέ, ούτε παρουσιάζει κάποιο ουσιαστικό ενδιαφέρον. Ούτε επίσης μπορώ να καταλάβω την καούρα του κ. Λαδόπουλου, αφού δε νομίζω να ήταν τακίμι με κανέναν από τους παραπάνω καλλιτέχνες!

>>φωνή της υγρής Στέλλας Χασκίλ... χορταρένια φωνή της τρανής Γεωργίας Μηττάκη

Μάλλον στα πλαίσια του εν γένει ροκοκό σκηνικού γράφτηκαν τα παραπάνω...(μήπως να ανατρέξουμε στο «ρεμπετολεξικό» για να διαφωτιστούμε και να εντρυφήσουμε περαιτέρω;)

>>στα λαρύγγια του Νταλκά

Του ξέφυγε το „γ“, Αντώνης „Νταλγκάς“ Διαμαντίδης ονομάζεται ο καλλιτέχνης.

>>γιά τον Αγιορείτη άγγελο που χτυπιόταν με το δαιμονικό ντουέντε του Νούρου

Νάτος πάλι ο κουσουρλής!


Συνερχόμενος από τον κλαυσίγελο, απορεί ο αναγνώστης: τί σχέση έχουν όλα τούτα με το ρεμπέτικο αλλά κυρίως, πού αποσκοπούν; Τί το βαθυστόχαστο θέλει τελικά να πει ο «συγγραφέας» που δεν το αντιλαμβανόμαστε εμείς οι αδαείς; Ή μήπως και πάλι πασατέμπος-«ελευθερία του λόγου»; Ακόμα ένα γραφτό-μαϊντανός γαρνιρισμένο με σως από φιλευθερισμό (ορισμός κατά τον Νίτσε: „αποκτήνωση κατά αγέλες!“);!


Πίκινος

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Βαίνοντας δαρμένος και γόβες φορώντας!

Κριτική βιβλίου


Έπεσε τυχαία στα χέρια μου το βιβλίο:


Πάγια τακτική αυτών που αδυνατούν να αρθρώσουν λόγο ή -ακόμα χειρότερα!- αυτών που τραυλίζουν «λόγο» στερούμενο νοήματος: πομπώδεις τίτλοι, προκλητικά κιτς εξώφυλλα!


Απορώντας στην αρχή τί γυρεύει η (γνωστή) φωτογραφία του Μ. Βαμβακάρη στο φόντο, κομμένη στο ύψος των ματιών από μια κόκκινη λωρίδα και μια...αγκαθωτή(!!) γόβα να του χώνεται ίσα-καρφί στο αριστερό μάτι, διαβάζω στο οπισθώφυλλο (με τον παθόντα στη φωτογραφία απεικονιζόμενο λυτρωτικά ξεστραβωμένο πλέον): «Ο φλογερός και νοσηρός έρωτας του Μάρκου Βαμβακάρη για τη γυναίκα του Ζιγκοάλα, που συζούσε με τον παιδικό του φίλο και κουμπάρο τους, είναι η βασική, οδυνηρή πηγή έμπνευσης του θεμελιωτή του ρεμπέτικου, στα χρόνια 1932-1940.»

Δηλαδή τον τύφλωσε (κόκκινη λωρίδα) η πανούργα κοκκινοφορούσα Ζιγκοάλα, και ευτυχώς που τον απατούσε (αγκαθωτή γόβα) ειδάλλως δε θα εμπνέονταν να γράψει τέτοια αριστουργήματα (βαίνει εναντίον η κερατόγοβα, αλλά για το καλό του)! Κάθε εμπόδιο σε καλό λοιπόν, που λέει κι ο απλός λαός!






Ως οφείλουν να αντιλαμβάνονται οι νοήμονες, με το ρεμπέτικο αυτό καθαυτό λίγο έχει να κάνει το βιβλίο, άσχετα αν με ψευτοποκαδοριλίκια εκεί στοχεύει.

Ένα ελάχιστο ελαφρυντικό πάντως, έχω να καταλογίσω του συγγραφέως: το γεγονός ότι βαφτίζει εξαρχής το βιβλίο του „μυθιστόρημα“ και ότι „έτσι τα φαντάζεται και τα επινοεί“ αυτά που καταγράφει! Μάλλον όμως από εξαρτημένα αντανακλαστικά το κάνει, διότι από την πρώτη κιόλας σελίδα, ο αναγνώστης στην καλύτερη των περιπτώσεων, μειδιά! Σειρήνες που „ηχούνε σε σαμπάχ“, πουλιά που „πετιούνται“, κάνοντας „τσιαρ-τσιουρ“(!), „μεταφυσικά ιδεώδη“…χρειάζεται μήπως να αναφέρω κι άλλα;!

Παντελής έλλειψη αισθητικής, απουσία ρυθμού και πρωτοτυπίας, μάταια θα γυρέψει ο αναγνώστης λογοτεχνικές ποιότητες. Το όλο εγχείρημα είναι μια «μυθιστορηματική» παραποίηση της γνωστής αυτοβιογραφίας του συνθέτη (εκδόσεις Παπαζήση, 1978). Απορώ ώρες-ώρες πώς οι γιοί του τελευταίου δεν επεμβαίνουν σε κάτι τέτοια...ξον κι αν τους συμφέρει ο οποιοσδήποτε θόρυβος γύρω από το όνομα-κληρονομιά τους...

Επειδή οι φατρίες -καθότι βέβαια φατρίες είναι- (αυτο)συντηρούνται αλληλογλείφουσες, δε με ξενίζει η δήθεν κριτική-χτύπημα στον ώμο (παφ-παφ!) των εκλεκτών συναδέλφων του κ. Σκαμπαρδώνη...ειδικά ο σχολιασμός του κ. Τσιτσόπουλου, αποτελεί κλασσικό παράδειγμα αντι-γραφής!


Κύριε Σκάμπι (καθώς σε αποκαλεί παραπάνω κι ο...κ. Τσίτσος!), αν ζούσε ο Μάρκος θα έβαινε κάλλιστα εναντίον σου και δε θα προλάβαινες να τις μετράς! 

Ό,τι είχε να πει ο συνθέτης στα τόσα χρόνια ζωής και δημιουργίας, το είπε πρωτίστως με τη μουσική και τα τραγούδια του! Ακούστε τα, χαρείτε τα και νοιώστε! Η προσωπική του αφήγηση στην αυτοβιογραφία του δε, κλείνει και τον κύκλο που ο ίδιος χάραξε! Δε χρειάζεται λοιπόν μεσάζοντες ψευτομυθιστοριογράφους μέ ή  χωρίς αγκαθωτές γόβες!


Πίκινος

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο: ένα ενδιαφέρον ανθολόγιο

Κριτική βιβλίου

Ολοκλήρωσα σήμερα το βιβλίο:

„Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο (1929 - 1959), επιμέλεια Κώστας Βλησίδης, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου“.


Πρόκειται για ένα ανθολόγιο με ποικίλα κείμενα και έντυπο υλικό από τον τύπο της περιόδου 1929-1959. 


Από τον νευρικό παροξυσμό της «μουσικοκριτικού» και καθηγήτριας του Εθνικού Ωδείου Σοφίας Σπανούδη εναντίον του ρεμπέτικου (σε τέτοιο γραφικό βαθμό, που οι μάγκες της εποχής την έπαιρναν στο ψιλό!), μέχρι το άρθρο-ξεβράκωμα της ξεφτίλας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών του δαιμόνιου Φαίδρου Μπαρλά (νά που ανασύρεται από τη λήθη ο πανέξυπνος αυτός λογοτέχνης!), ο αναγνώστης λαμβάνει μια καλή εικόνα της γενικής κοινωνικής αποτίμησης του ρεμπέτικου τραγουδιού.




 Αναφορικά με το βιβλίο:

- επιμελημένη έκδοση, καλή ποιότητα χάρτου, καλοδεχούμενο το πολυτονικό σύστημα, που στους καιρούς μας τείνει να εξαλειφθεί. Τσουχτερή η τιμή των 21€, πόσο μάλλον αφού περί σταχυολογίου (και συνεπώς όχι καθαυτόν πνευματικό κόπο) πρόκειται.

- σύντομη και κατατοπιστική η εισαγωγή του επιμελητού. Ο ίδιος, επέλεξε ν’ αφήσει εκτός χαρακτηριστικά κείμενα, όπως „τα 3 άρθρα στο Ριζοσπάστη το 1947, τη διάλεξη Χατζιδάκι το 1949, το άρθρο της Σπανούδη για τον Τσιτσάνη το 1951“, κ.λ., „καθότι κριτήριο της ανθολόγησης υπήρξε η σπανιότητα των κειμένων“, όπως σημειώνει, απόφαση μάλλον επιπόλαια. Και να βρίσκονται εύκολα (πχ στο διαδίκτυο), θα ταίριαζε καλύτερα να είναι όμορφα συγκεντρωμένα και εκτυπωμένα στο σταχυολόγιο. Γιατί τόση φειδώ, για μόλις λίγες παραπάνω σελίδες;

- χρήσιμα επίσης τα σύντομα επεξηγηματικά σχόλια και πληροφορίες του επιμελητού στο κάτω περιθώριο των σελίδων. Να σημειωθεί ότι ο τελευταίος είναι καλός γνώστης μα ιδιότροπος χειριστής της ελληνικής. Το ύφος και οι -συμπυκνωμένες νοηματικά- προτάσεις του, φορές μπερδεύουν...περί λαϊκού τραγουδιού τα κείμενα, λίγη απλότητα δε θα έβλαπτε!


Ορισμένες παρατηρήσεις και σχόλια σχετικά με τα κείμενα:

- άξιον απορίας αν ο Νέστορας Μάτσας όντως συνέγραψε το άρθρο του (σελ. 176-178) σε ηλικία μόλις 17 ετών.

- αίσθηση προκαλεί η πολεμική της Δανάης Στρατηγοπούλου, καθώς η ίδια συνεργάστηκε στη δισκογραφία, τόσο με τον εκτελεστή Τάκη Νικολάου (Τέτο Δημητριάδη), όσο και σε τραγούδι του Τσιτσάνη („Αραμπέλλα“).

- Το μακροσκελές κείμενο (συρραφή αποσπασμάτων) του γνωστού μαρξιστή Γ. Σκουριώτη, επιβεβαιώνει περίτρανα για ακόμη μια φορά, ότι οι εκάστοτε παρατάξεις ανά τους τόπους και τους αιώνες (συ)στράτευσαν ή αποκήρυξαν την τέχνη κατά το δοκούν.

Οι δε „σύντροφοι“, υπήρξαν ανέκαθεν μαιτρ και μαΐστορες του είδους...σάμπως τα ίδια δεν έκαναν με τον Ντοστογιέφσκι;

- ο συγγραφέας του τελευταίου κειμένου, δεν είναι άλλος από τον λογοτέχνη Ρένο Αποστολίδη (βλέπε στο Υπόμνημα) υπό το ψευδώνυμο „Παύλος Δημητρίου“, γεγονός που αγνoεί ο επιμελητής (προκύπτει ξεκάθαρα από το σχετικό του σχόλιο στο περιθώριο της σελίδας).


Αξιέπαινη η προσπάθεια και ελπίζουμε σε τέτοιες μελλοντικές δουλειές, παρά τις λιγοστές αδυναμίες!


Υπόμνημα:

Εκτιμητής του ρεμπέτικου, ο Ρένος Αποστολίδης από πολύ νωρίς, δε παρέλειψε να αφιερώσει και το σχετικό παράρτημα στην τρίτομή του „Ανθολογία“ της ποίησης. Στο θέμα αυτό θα επανέλθω λεπτομερώς όταν περισυλλέξω κάποια υπολοίποντα (κυρίως διαφωτιστικά) στοιχεία.


Πίκινος

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

Περί „θωρακικών“ ο λόγος: χαμένος στην ανάλυση!

Κριτικό σημείωμα

Στο διαδικτυακό περιοδικό „Κλίκα“, διαβάζουμε το εξής άρθρο του κ. Κώστα Λαδόπουλου, σχετικά με την προδημοσίευση του «ρεμπέτικου λεξικού» του.

Όπως ανέφερα και στο εισαγωγικό σημείωμα, τελικά „το ζήτημα είναι να έχει κανείς τουλάχιστον αυτιά“, πόσο μάλλον στην περίπτωση της μουσικής και του τραγουδιού εν γένει. Βάζοντας το τελευταίο στην κλίνη του Προκρούστη και υποβάλλοντάς το σε εξονυχιστική ανάλυση, είναι ένα σφάλμα που γίνεται πλέον τόσο συχνά, όπου και κατήντησε ο κανόνας και όχι η εξαίρεση!

Κινούμενος λοιπόν κι εγώ αναπόφευκτα στα πλαίσια της ανάλυσης, το βασικό μου συμπέρασμα σχετικά με το παραπάνω ανάγνωσμα, είναι ότι δεν έχουμε να κάνουμε με «λεξικό» όπως διεκδικεί ο τίτλος, καθότι:

- είναι επιστημονικά ανεπαρκές τόσο στη δομή και τεκμηρίωση όσο και στο ύφος γραφής.

- ο συγγραφέας παραθέτει τη γνώμη του για πρόσωπα και πράγματα, συνεπώς το πόνημα δεν είναι ουδέτερο και άρα μη-επιστημονικό (βλέπε πάνω), στα μέτρα πάντοτε ενός λεξικού.

Μάλλον πρόκειται λοιπόν για σταχυολόγιο. Ο συγγραφέας περισυνέλεξε χαρακτηριστικές λέξεις της εποχής βασισμένος κυρίως στους στίχους (δυστυχώς όχι πάντα σωστά ακουσμένους όπως θα δείτε παρακάτω) των τραγουδιών, έκανε τα σχόλιά του κι έβγαλε βιβλίο.

Σε μια απόπειρα να καλύψει τα νώτα του, ο κ. Λαδόπουλος αναφέρει κάπου ότι, το πόνημα εμπεριέχει 36 σελίδες...επεξηγηματικής εισαγωγής(!), για το τί είναι και τί δεν είναι τελικά το «λεξικό» του. Μα τέλος πάντων, όποιες κι αν είναι οι θέσεις/προθέσεις, συν το γεγονός ότι το αντικείμενο του ρεμπέτικου έχει συγκεκριμένο -διψασμένο!- κοινό που αναζητά νέες πληροφορίες, ποιός θα χαλαλιστεί στην ανάγνωση 36 σελίδων ε κ  τ ω ν  έ σ ω  α ν ά λ υ σ η ς, για να περάσει στο λαϊκό λήμμα (αφού για λεξικό μιλάμε!) που ενδεχομένως τον ενδιαφέρει;


Κάποια ειδικά σχόλια/απορίες:

>>Όπως θα δείτε παρακάτω, οι ίδιοι οι στιχουργοί των ρεμπ. αφήνουν ανοιχτές αιχμές που «συμπαρατάσσονται» με τις παραπάνω ερμηνείες. Αυτό δεν είναι παράξενο, γιατί ήταν εκτεθειμένοι σε μια «ιδεολογική» σύγχυση και σε σήματα που εκπέμπονταν και από τα «ανώγεια» και από τα «κατώγεια»...

Καμμία «σύγχυση», ούτε „ιδεολογική“ ούτε άλλη δεν έχει ο απλός καθημερινός άνθρωπος που γράφει στίχους. Σύγχυση διακατέχει αυτόν που δεν ακούει/διαβάζει τους στίχους προσεκτικά.

>>7. ”μ έκανε και αλανιάρη , χασικλή και κουρελιάρη ” (παραλλαγή, “μπουρδελιάρη” )

Σε ποιά ακριβώς εκτέλεση του τραγουδιού αναφέρεται η έκφραση „μπουρδελιάρη“;

>>και δεν τρώω κρύγιες ματσαράγκες

Καλύτερα να γραφεί σαν κρύ(γ)ες, χάρην ορθογραφίας και -κυρίως- νοήματος.

>>8. ”μπροστά με λέγαν έξυπνο και πίσω αλανιάρη”

Ο στίχος του τραγουδιού του Παπάζογλου, λέει ξεκάθαρα παλαβιάρη και όχι „αλανιάρη“!

>>5. ”Χρόνια μες την Τρούμπα μαγκίτης κι αλανιάρης...μπορεί να εκληφθεί και με άλλο τρόπο, σαν «εύσημο». Κατά την προσωπική μου άποψη, είναι «τραβηγμένο απ τα μαλλιά» το να υποστηρίζεται κάτι τέτοιο

Προσωπικά για εύσημο το βλέπω, αφού τελικά „όλος ο κόσμος τον αγαπάει“ όπως τραγουδάει λίγο παρακάτω. Αλλά όπως και να χει το πράμμα, δε θα πάρει ο συνθέτης την άδειά μας για να πει αυτά που γουστάρει, όπως τα γουστάρει! Ούτε και θα μάθουμε ποτέ τί ακριβώς είχε κατά νου γράφοντας το τραγούδι!


Γενική παρατήρηση: κάποια σύντομα και ουσιώδη βιογραφικά στοιχεία θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα στα περιθώρια ενός καλού λεξικού. Κατινιές και υπονοούμενα όμως σχετικά με:

- την πραγματική ηλικία της τραγουδίστριας Ρόζας Εσκενάζυ (λες κι ενδιαφέρει κανένα! έπειτα, ο ατομικός αυτοπροσδιορισμός είναι απόρροια αυτοσεβασμού και εν γένει σεβασμού!),

- τις όποιες (αν υπήρχαν) ηθικές ή μη αναστολές, οικονομικά συμφέροντα ή φοβίες της εν λόγω,

δεν αποτελούν στοιχεία λεξικού, παρά κουτσομπολιά φυλλάδας τύπου
Espresso!

Μη θέλοντας να στερήσω το δίκαιο του συγγραφέα, θα πω ότι η συνολική εικόνα του βιβλίου θα σχηματιστεί πλήρως μετά την έκδοση του. Παρατηρήστε πάντως, ότι στο 19ο τεύχος του περιοδικού «ΙΑΜΒΟΣ» (κυκλοφόρησε καλοκαίρι του 2008 στην απαράδεκτη τιμή των 8€), ο κ. Λαδόπουλος αρθρογραφεί επί του λήμματος «μάγκας», όπου και ο λόγος του κινείται στα ίδια επίπεδα...


Κλείνοντας, ξανακάνω στροφή στον τίτλο, αιωρούμενος πάνω από το...βαθυστόχαστο εκείνο των „θωρακικών ανθρώπων“.

Μάλλον υπονοεί τους ανθρώπους που σκέφτονται και ενεργούν με την καρδιά, παραπέμποντας εμμέσως πλην σαφώς στους ρεμπέτες. Νοηματικά όμως αυτοαναιρείται ο συγγραφέας: αφού περί „θωρακικών“ ο λόγος, προς τί τόση ανάλυση;; Ή όπως θα 'λεγε (συνοδευόμενα με καρπαζές!) κι ο γνήσιος λαϊκός „θωρακικός“ άνθρωπος: «βράσε ρύζι!»

Η προσωπική μου προτροπή: όταν θα εκδώσει ο συγγραφέας, ας εκτυπώσει τη λέξη Λεξικό σαν «Λεξικό» (με τέτοια «» και όχι τέτοια „“ εισαγωγικά). Όχι ότι θα άλλαζε το περιεχόμενο -που κρίνει και το πόνημα- αλλά δείχνει και ένα, ε, ας το πούμε...ήθος.


Υπόμνημα:

Tο παρόν άρθρο (με κάποιες αλλαγές, άλλωστε scripta manent) δημοσιεύτηκε στα τέλη Σεπτέμβρη 2010 σε γνωστό ιστότοπο σχετικά με το ρεμπέτικο. Ο κ. Λαδόπουλος πέρασε (δικαωματικά) στον αντίλογο, χωρίς όμως να τοποθετηθεί επί της ουσίας. Την τελευταία πρότασή μου δε (σχετικά με τα εισαγωγικά) την χαρακτήρισε ως „πολύ καλή ιδέα“ σε προσωπικό του μήνυμα προς εμένα. Τονίζω το „προσωπικό“, διότι -για άγνωστους λόγους- δεν τοποθετήθηκε δημόσια (μη φανταστεί κανείς ούτε γι’ αστείο ότι διεκδικώ τίποτα δάφνες! φεύ!).

Αντίθετα, δεν παρέλειψε να απομονώσει κάποιες φράσεις από τα γραφόμενά μου, τις οποίες και ανέρτησε στο προσωπικό του ιστολόγιο (scripta manent), αναλώμενος σε παρατραβηγμένο λυρισμό και δήθεν «κριτική».


Πίκινος