Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

«Ξανανθίζουν τα ρόδα!»



Κουβεντούλα με τον κ. Κωνσταντίνο Δημητριάδη


«Πάμε στου γέρου μου που τα θυμάται καλύτερα, να στα πεί!», είπε ο Πέτρος. Παχουλός με μουστάκι, εύρωστος και συμπαθέστατος, βαδίζει μπροστά, ανακαλεί μνήμες, διηγείται γελαστός χειρονομώντας έντονα.

Προχωράμε παρέα από την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων κι ανηφορίζουμε από τη διχάλα της πλατείας την οδό Δημοκρατίας.

Φτάνουμε μπροστά στον αυλόγυρο ενός εγκαταλελειμμένου παιδικού σταθμού. «Εδώ είναι!», μου γνέφει με νόημα.

Σαλτάρω σβέλτα τα κάγκελα για να μή δώσω στόχο. Περνοδιαβαίνω την απεριποίητη από τα αγριόχορτα αυλή μόνος, ανάμεσα στα παλιά, μισοκατεστραμμένα παιδικά παιχνίδια, νοιώθοντας κάπως άβολα, σαν απρόσκλητος εισβολέας στο άβατο πιστού.

«Άκου...παιδικός σταθμός!!», συλλογιέμαι, δίχως να ξέρω αν πρέπει να γελάσω δυνατά ή να πνίξω το δάκρυ μου...

Αγγίζω τον παλιότοιχο και το ταλαιπωρημένο ξύλινο παντζούρι, περνάω τ' ακροδάχτυλα πάνω από την σιδερένια πορτούλα...

Δυσκολεύομαι να πιστέψω, πως βρίσκομαι μέσα στον τεκέ του Μάνθου Γραβαρά[1]!

Πίκινος
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Λέγομαι Δημητριάδης Κωνσταντίνος κ‘ έχω γεννηθεί το 1940 εδώ, στους Αγίους Αναργύρους. Μέναμε με την οικογένειά μου πολύ κοντά στου Μάνθου του Γραβαρά το σπίτι. Tο μαγαζί υπήρχε ήδη όταν γεννήθηκα, αλλά δεν ξέρω αν λειτουργούσε στον πόλεμο.

Πρέπει νάμουνα από 7 χρονών και πάνω που θυμάμαι τα πράγματα πώς έχουν...ήταν ένα μαγαζί κάπως...περίεργο για εμάς, αφού εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν τέτοιου τύπου κέντρα διασκεδάσεως, κ‘ ειδικά εδώ στην περιοχή τη δική μας. Από του Γραβαρά και πάνω και μέχρι του Παπασανίδα, δεν υπήρχε τίποτα, ήτανε όλο χωράφια, δεν υπήρχε σπίτι.

Κάθε βράδυ μαζευόντουσαν, ερχόντουσαν εδώ απ‘ όλη την Αθήνα, μάλλον από τα χειμερινά μπουζουξίδικα της εποχής (γιατί το καλοκαίρι ήταν οι Τζιτζιφιές)...είχε μουσική, τραπέζια μέσα-έξω, αυτοκίνητα πολλά για την εποχή - μιας και πέρναγε ένα αυτοκίνητο κάθε 3-4 ώρες! -..μαζευόντουσαν κι αράζανε το βράδυ 20 αυτοκίνητα, εκείνα τα...τετράγωνα Ι.Χ. τ‘ αμερικάνικα με τα κουρτινάκια! Τέτοια αυτοκίνητα βλέπαμε μιά φορά το χρόνο στη Ζωοδόχου Πηγής, στο Μενίδι, όπου γινόταν πανηγύρι! Πολλοί είχανε και τους οδηγούς τους, που κοιμόντουσαν μέσα.

 

1. Το κτίσμα όπου στεγαζόταν ο διαβόητος τεκές του Μάνθου Γραβαρά, οδός Δημοκρατίας 128, στους Αγίους Αναργύρους.


Δεξιά, λοιπόν, στην οδό Δημοκρατίας ήταν αραγμένα όλα τα τετράγωνα τα ταξί...η ελίτ των Αθηνών που φουμάρανε, οι λεφτάδες! Άνθρωποι κυριλέδες, κουστουμαρισμένοι, με ρεπούμπλικα και κασκόλ μεγάλα να κρέμονται...κάποιας τάξης οικονομικής, πιο πάνω από μας που ήμασταν...το κάτι άλλο(!) με τραγιάσκες, κόσμος που πείναγε...(να φανταστείς, ο πατέρας μου δούλευε για 30 δραχμές, ζούσαμε πενταμελής οικογένεια κι απ‘ αυτά μπόρεσε κ‘ έκανε οικονομία κι αγόρασε οικόπεδο για να φτιάξει ένα σπιτάκι να μπούμε μέσα...)

Πηγαίναμ‘ εμείς σα παιδάκια, χαζεύαμε, ακούγαμε τραγούδια, βλέπαμε φασαρίες, τέτοια...μετά ερχόταν η ώρα, κοιμόμασταν...την επόμενη τα ίδια! Κοιτάγαμε από τα κάγκελα τα ζευγαράκια που καθόντουσαν στην αυλή και μας κυνηγούσανε (γελάει!) να μην είμαστε μες στα πόδια τους!

Έβλεπες το μαγαζί και το χαιρόσουνα...ωραίο και καθαρό, με λουλούδια...εν συγκρίσει δηλαδή με τα σπίτια, τα δωματιάκια όπου ζούσαμε εμείς ο ένας πάνω στον άλλονε, μες στη φτώχεια...


Όπως είδες τη μεγάλη αίθουσα του κτηρίου, έτσι ήτανε και τότε. Πίσω ακριβώς υπήρχαν οι βοηθητικοί χώροι (κουζίνες κ.τ.λ., που πλέον γκρεμίστηκαν)...εκεί έμενε κι ο Γραβαράς με τη γυναίκα του την κυρα-Μαρία. Οι δυό τους δεν απέκτησαν παιδιά.

Τον θυμάμαι πολύ αχνά τον Μάνθο, είχε θαρρώ κατσαρά, φουντωτά μαλλιά...φάνταζε ψηλός στα παιδικά μου μάτια...

Τη γυναίκα του τη θυμάμαι πιο καλά, ήτανε μια γυναικούλα...έτσι μέτρια, κοντούλα, παχιά.



2. «Κοιτάγαμε από τα κάγκελα τα ζευγαράκια που καθόντουσαν στην αυλή και μας κυνηγούσανε...»

Η αδελφή της μάνας μου, η θειά μου Βάσω Παππά, δούλευε στου Γραβαρά, βοηθούσε στη λάντζα και την κουζίνα...(φτώχεια τότε, δουλεύανε όλοι). Ήτανε φιλενάδες με την Μαρία τη Γραβαρού...όταν καμμιά φορά είχε δυσκολίες, έκανε χαμαλοδουλειές της Γραβαρούς, που τη χαρτζιλίκωνε, μιας κ’ είχε πάντα ευχέρεια χρημάτων. Κυκλοφορούσε η φήμη ότι η Γραβαρού ήτανε συφιλιδικιά, έτσι η θειά μου και οι υπόλοιπες γυναίκες απέφευγαν όσο μπορούσαν την επαφή...τότε κοιμόντουσαν πολλές φορές όλες μαζί σε κοινά δώματα.

Επίσης ο άντρας της θειάς μου, Γρηγόρης Παππάς, φύλαγε το βράδυ τ‘ αυτοκίνητα, σα φύλακας-παρκαδόρος να πούμε, βγάζοντας κ‘ εκείνος χαρτζιλίκι!


Ο νονός μου έπαιζε πιάνο στο μαγαζί, τον έλεγαν Μανώλη Μαμονά και τον φωνάζανε «Τούρκο»[2]. Ήτανε πράγματι Τούρκος που ασπάστηκε το χριστιανισμό και βαφτίστηκε μεγάλος σε ηλικία εδώ. Με πήγαινε η μάνα μου με το καροτσάκι μια μέρα, με είδε o Μανώλης...και μ‘ ασήμωσε! Ε, ήθελε-δεν ήθελε η μάνα μου, με το ζόρι έπρεπε να με βαφτίσει! (γελάει!) Εφούμερνε πολύ κ‘ εκείνος. Πέθανε κάπου το ’57-’58. Δεν έχω δυστυχώς κάποια φωτογραφία του...είχα βρεί παλιότερα μία, τυχαία, σ‘ ένα περιοδικό κάποιου ιατρείου, αλλά ντράπηκα να το πάρω.

Η γυναίκα του και νονά μου, η Αλεξάνδρα (όμορφη γυναίκα!..) έπλενε πιάτα στου Γραβαρά, λάντζα. Την είδε νέα κι όμορφη ο Μανώλης, ελεύθερος ήτανε...την ερωτεύτηκε, την πήρε κ’ έκτοτε συζούσανε χωρίς νόμιμο γάμο. Η Αλεξάνδρα είχε μιά κόρη από τον πρώτο της γάμο, την Ασπασία, η οποία λίγα χρόνια μετά το θάνατο του πατριού της, γνώρισε έναν Αμερικάνο, τον παντρεύτηκε κ‘ έφυγε μαζί του στην Αμερική. Χώρισε κάποια στιγμή και ξαναπαντρεύτηκε κάποιον πανεπιστημιακό, ο οποίος λόγω δουλειάς ταξίδευε συνέχεια. Όταν γέρασε η νονά μου, πήγε να μείνει μόνιμα μαζί τους. Όταν πέθανε, ζούσανε πια στο Περού...δεν έχω δυστυχώς σχέσεις κ‘ επαφές άλλες. 


3. Η παλιά πορτούλα της αυλής, όπως σώζεται μέχρι και σήμερα.

Κάποιο βράδυ έγινε μια φασαρία…όπως μαθεύτηκε την άλλη μέρα, πάνω στον καυγά ο Μάνθος σκότωσε κάποιον Κατελάνο[3]. Οι Κατελαναίοι ήτανε γνωστά αδέλφια από το Μενίδι. Ακούστηκε ότι είχανε διαφορές, επειδή το μαγαζί σερβίριζε και ναρκωτικά, συν ότι είχε στην πίσω πλευρά κάτι δωματιάκια για να καπνίζουνε,..όχι μόνο για να καπνίζουνε, αλλά και για...άλλες δουλειές!! Τέλος πάντων, ακούστηκε ότι και οι δύο τραβήξανε περίστροφο και τον έφαγε πρώτος ο Μάνθος. Δικάστηκε, μπήκε φυλακή για αρκετά χρόνια...όταν βγήκε, ξανάνοιξε το μαγαζί που λειτούργησε για πολύ λίγο, αφού τον πιάσανε για ναρκωτικά και τον ξανακλείσανε μέσα. Μαθεύτηκε ότι είχε σκάψει ένα τετράγωνο λάκκο στον κήπο και τάκρυβε μέσα, ενώ από πάνω φύτεψε μια τριανταφυλλιά! (γελάει!)


4. «…είχε στην πίσω πλευρά κάτι δωματιάκια για να καπνίζουνε,..όχι μόνο για να καπνίζουνε, αλλά και για...άλλες δουλειές!!»

Έπειτα, πέθανε κι αυτός και η γυναίκα του. Το σπίτι παρέμεινε απαράλλαχτο όπως τόδες και λειτουργούσε μέχρι πριν κάποια χρόνια σαν...παιδικός σταθμός! (γελάει!)


Αυτό πάντως που μούχει μείνει από παιδάκι, είναι το «σύνθημα», να πούμε, η ταμπέλλα πούχε κρεμασμένη έξω από το μαγαζί:

«ΞΑΝΑΝΘΙΖΟΥΝ ΤΑ ΡΟΔΑ»
ΜΑΝΘΟΣ ΓΡΑΒΑΡΑΣ

Το βλέπω, θαρρείς, σαν τώρα μπροστά μου! (γελάει!)


Κυριακή 14.12.2014
Άγιοι Ανάργυροι, Αθήνα
 

5. «...μούχει μείνει από παιδάκι: ΞΑΝΑΝΘΙΖΟΥΝ ΤΑ ΡΟΔΑ!».



Υπόμνημα:

Ευχαριστώ θερμά τη σύζυγο του κ. Δημητριάδη, κ. Χρυσούλα, που με δέχτηκε φιλόξενα σε ακατάλληλη ημέρα και ώρα. Επίσης το γιό τους, κ. Πέτρο Δημητριάδη, που είχε την καλοσύνη και την προθυμία να κανονίσει τόσο βραχυπρόθεσμα τη συνάντηση.

Τα σέβη μου στη Mellie Choyee, για τις εύστοχες ορθογραφικές παρατηρήσεις.



Σημειώσεις:

[1]Ο τεκές του Μάνθου Γραβαρά απαντάται για πρώτη φορά το 1933 στη ρεμπέτικη δισκογραφία, στη σύνθεση του Κώστα Τζοβένου «Μέσα στου Μάνθου τον τεκέ». Επανεκτελέστηκε συνολικά 3 φορές, αριθμός-ρεκόρ για τα δισκογραφικά δεδομένα της εποχής. Συγκεκριμένα:

  • 1933, ερμηνεία Ρόζας Εσκενάζυ, δίσκος Columbia Ελλάδος DG-451 / WG- 665
  • 1933, ερμηνεία Αντώνη Διαμαντίδη «Νταλγκά», δίσκος HMV AO-2074
  • 1934, ερμηνεία Μαρίκας Καναροπούλου «Τουρκαλίτσας», δίσκος ODEON GA 1746
  • 1938, ερμηνεία Γιώργου Κατσαρού, δίσκος Orthophonic S-446

Πηγή δισκογραφίας: Μανιάτης , Διονύσης Δ.: Η εκ περάτων δισκογραφία γραμμοφώνου [Έκδοση του Υπουργείου Πολιτισμού, 2006]


Μνημονεύτηκε από ρεμπέτες που υπήρξαν ενίοτε και θαμώνες, συγκεκριμένα:

  • από τον Μάρκο Βαμβακάρη: „Τεκές πραγματικός και κανονικός ήταν του Γραβαρά στο Μενίδι, ο οποίος ήταν άμεμπτος τεκές, ωραία σάλα, ωραίο μαγαζί.“

Πηγή: Βέλλου-Κάιλ, Αγγελική: Μάρκος Βαμβακάρης – Αυτοβιογραφία (σελ. 112) [Εκδόσεις Παπαζήση, 1978]


  • από τον Στέλιο Κερομύτη: „Μου λέει ο συγχωρεμένος ο Μάρκος, «Έτσι κ' έτσι δεν πάμε δουλειά,», μου λέει, «δεν πάμε Ραβάρα;» Ήτανε μια μπυραρία προς το Μενίδι, την αγορά και ήτανε και τεκές.“

Πηγή: Παπαδόπουλος, Λευτέρης: Να συλληφθεί το ντουμάνι (σελ. 77) [Εκδόσεις Καστανιώτη, 2004]


Επιπλέον, εκτενής αναφορά γίνεται στην εργασία του κ. Θανάση Κατάρα «Μουσικά λαϊκά κέντρα στο Μενίδι» (κάντε κλικ εδώ). Οι πηγές του κ. Κατάρα στην πλειονότητά τους, είτε δεν αναφέρονται, είτε είναι ατεκμηρίωτες· συνεπώς επιφυλάσσομαι για την αξιοπιστία των γεγραμμένων...


[2]O Μάρκος Βαμβακάρης τον μνημονεύει:

„Είχε ορχήστρα μέσα, έπινες ό,τι ήθελες, αλλά στην αρχή είχε μονάχα ένα πιάνο, ένας Μανώλης Τούρκος, ο οποίος ήτανε το είδωλο της μαγκιάς. Τον αγαπούσανε αυτόνε, γιατί αυτός έπαιζε όλο σεβνταλίδικα κομμάτια τούρκικα. Τον αγαπούσανε όλη η μαγκιά. «Πάμε στον Τούρκο ρε να ακούσουμε να χορτάσουμε!». Κάτι ζεϊμπέκικα βαριά τούρκικα, κάτι χασάπικα. Μόνο με το πιάνο. Δεν τραγουδούσε, αλλά έπαιζε καλά. Ο Μανώλης ο Τούρκος με τ΄ όνομα, ο οποίος πέθανε τώρα. Μεγάλος χασικλής κι αυτός.

Πηγή: Βέλλου-Κάιλ, Αγγελική: Μάρκος Βαμβακάρης – Αυτοβιογραφία (σελ. 114) [Εκδόσεις Παπαζήση, 1978]


[3]Αντίστοιχα, ο Μάρκος Βαμβακάρης περιγράφει το περιστατικό ως εξής:

„Είχε τεκέ είπαμε ο Γραβαράς στους Αγίους Αναργύρους, που πηγαίναμε για το Μενίδι. Και πήγαν να του κάνουν τον ζόρικο ένα βράδυ που κατεβαίναν αυτοί οι Κακλανοί, 3-4 αδέλφια. Πλακώνει με το κουμπούρι και ξαπλώνει ένανε. Ζουν αυτοί ακόμη. Αυτούς τους πρόλαβα στα σφαγεία των Αθηνών. Ήτανε χασάπηδες.

Πηγή: Βέλλου-Κάιλ, Αγγελική: Μάρκος Βαμβακάρης – Αυτοβιογραφία (σελ. 125) [Εκδόσεις Παπαζήση, 1978]

Η μαρτυρία που καταθέτει στην εργασία του ο κ. Κατάρας συγκλίνει με τα λεγόμενα του κ. Δημητριάδη. Ενδεχομένως, λοιπόν, ο Βαμβακάρης να μην καλοθυμόταν το όνομα του δολοφονημένου.