Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαδόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαδόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Τα παραμύθια της μπούκλας: άπλυτες και παραπεταμένες ιστοριούλες που δεν πείθουν!

Κριτικό σημείωμα


Δε προλάβαμε καλά-καλά να συνέλθουμε από τις φανφάρες του «ρεμπετολεξικού» του, και ο κ. Λαδόπουλος ξαναχτυπά, απειλώντας με νέες προδημοσιεύσεις (δείτε εδώ ένα παλιότερο άρθρο, όπως κ' εδώ) του -προσεχώς υπό έκδοση- βιβλίου του με τίτλο: „Τα πλυμένα και άπλυτα του ρεμπέτικου“.


Mεταξύ άλλων, διαβάζουμε στον πρώτο σύνδεσμο:

>>Ένας απ΄τους πάμπολλους λόγους που ο Κώστας Μασσέλος Νούρος βρίσκεται μονίμως στις τελευταίες θέσεις της βαθμολογίας προτιμήσεων είναι και ότι είχε το κουσούρι...

Δε γνωρίζω τί κομίζουν οι „απελευθερωμένες κοινωνίες“ (αν μάλιστα προσδίδαμε στις λέξεις και την αντίστοιχη εννοιολογική τους βαρύτητα, μια κοινωνία κάθε άλλο παρά «απελευθερωμένη» είναι),  αναρωτιέμαι όμως, γιατί πρέπει -ντε και καλά!- να μ’ ενδιαφέρουν οι ερωτικές περιπτύξεις του Νούρου (όπως άλλωστε και του κάθε Νούρου);! Μήπως πάψω να μερακλώνομαι με τους αμανέδες του, τώρα που ο επίδοξος συγγραφεύς μου άνοιξε τα μάτια;! Οι καρποί του καλλιτέχνη είναι το ζητούμενο, ή πώς την βρίσκει στο κρεββάτι του;

Απ’ όσο γνωρίζω, ο κ. Λαδόπουλος έχει αφιερώσει και κάποιο σχετικό blog για να δικαιώσει τη φήμη του -αποκεκλεισμένου από τα hits!- Νούρου. Ωστόσο, όχι μόνο δεν πρωτοτυπεί, απεναντίας μάλιστα: τον γκρεμοτσακίζει ολοσχερώς από τα charts στα Τάρταρα, αφού συνεχώς στο…„κουσούρι“ του λεγάμενου αναλώνεται και καταναλώνεται, μόνο που τελικά η όστια δε χωνεύεται, προκαλώντας αδενοπάθειες!

[Θυμήθηκα χαρακτηριστικά την...„πολυβραβευμένη“ ταινία „Καβάφης“ (1994) σε σενάριο και σκηνοθεσία του Γιάννη Σμαραγδή. Ο Καβάφης παρουσιάζεται καθόλη τη διάρκεια του έργου μουγγός(!), αδράχνοντας όμως κάθε ευκαιρία να συνουσιάζεται με άνδρες (κουσουρλής κι αυτός)!  Ο λόγος είναι προφανής: ο σκηνοθέτης μεταλαμπάδευσε τις χάρες του στον ποιητή, κάνοντάς τον να ομιλεί (με συγχωρείτε κυρίες!)...εκ της κωλοτρυπίδος!]

Συμπερασματικά, τα περί „τελευταίων θέσεων της βαθμολογίας προτιμήσεων“ μόνο γέλωτα προκαλούν! Γίνεται πότε τα γούστα και ντέρτια του καθενός να μπαίνουν στο στόχαστρο της στατιστικής και τα μηχανάκια της AGB, ένα πράμμα να πούμε σαν το ΜΤV European Top 10 (sic);!


Ως προς την «ανάλυση» του τραγουδιού του Π. Τούντα „Γίνομαι άντρας“: δε γνωρίζουμε τί ακριβώς είχε κατά νου ο συνθέτης. Ούτε κ' έχει τελικά σημασία αν η αγοροκοριτσάρα παλαμούτιαζε ή όχι τη δούλα της για να εκτονώσει τους λάγνους ωτακουστές των γραμμοφώνων. Σε απλά ελληνικά είναι το τραγούδι, διηγείται μια ιστορία-τέρπει! Άρα επέτυχε πάλι το σκοπό του ο συνθέτης, φυσικά δίχως μεσίτες! Στα ίδια επίπεδα κινείται και το (ριζοσπαστικό για την εποχή του αλλά σαφώς ευθύτερο) „Αν ήμουν άντρας“ του Β. Παπάζογλου.

Κοντολογίς, πολύς ντόρος για το τίποτα, αφού τόσο η ομοφυλοφιλία όσο και οι ποικίλες σεξουαλικές προτιμήσεις διέπουν την ανθρώπινη φύση και καθορίζουν την ατομικότητα...κατά τ’ άλλα, ευτυχώς που σπεύδει ο κ. Λαδόπουλος να μας ξεκαθαρίσει, ότι το γραφτό“ του „δεν αποτελεί κουτσομπολίστικη εντρύφηση“...



Ας δούμε τώρα το δεύτερο (και πιο πρόσφατο) σύνδεσμο: με αφορμή κάποιο «σκίτσο» του «ζωγράφου» Τάκη Σιδέρη (που «χαίρει εκτίμησης» μιας και «κόσμησε» την πρώτη έκδοση των „Ρεμπέτικων τραγουδιών“ του Πετρόπουλου), ο κ. Λαδόπουλος περνάει πλέον για τα καλά στη σφαίρα της μεταφυσικής με σουρεάλ πινελιές, όπου και διαβάζουμε για μουστακαλήδες (και μή) αγγέλους, „μεγάλους σα τζετ“ ή „μικρούς και ανάλαφρους“ (με „πέταγμα στη χλόη“ πιο ανάλαφρο κι απ’ αυτό της πορδής μιας πεταλούδας!) και γενικά ποιός είδε τον άγγελο...και δεν τον εφοβήθηκε!

Να σταθούμε σε ορισμένα σημεία:

>>ο Δημήτρης Ατραϊδης ήταν πολύ πιό μεγάλος απ' ότι μπορούσε να πίστευε ο ίδιος... θεωρώ το ίδιο γιά τον Τσιτσάνη...Ήταν όμως πολύ ικανότερος απ' ότι αφηνόταν να πιστεύει.

Στην τέχνη δεν υπάρχουν μεγέθη, παρά ποιότητες. Τώρα, τί πίστευαν ο Ατραΐδης ή ο Τσιτσάνης περί εαυτόν...δεν θα το μάθουμε ποτέ, ούτε παρουσιάζει κάποιο ουσιαστικό ενδιαφέρον. Ούτε επίσης μπορώ να καταλάβω την καούρα του κ. Λαδόπουλου, αφού δε νομίζω να ήταν τακίμι με κανέναν από τους παραπάνω καλλιτέχνες!

>>φωνή της υγρής Στέλλας Χασκίλ... χορταρένια φωνή της τρανής Γεωργίας Μηττάκη

Μάλλον στα πλαίσια του εν γένει ροκοκό σκηνικού γράφτηκαν τα παραπάνω...(μήπως να ανατρέξουμε στο «ρεμπετολεξικό» για να διαφωτιστούμε και να εντρυφήσουμε περαιτέρω;)

>>στα λαρύγγια του Νταλκά

Του ξέφυγε το „γ“, Αντώνης „Νταλγκάς“ Διαμαντίδης ονομάζεται ο καλλιτέχνης.

>>γιά τον Αγιορείτη άγγελο που χτυπιόταν με το δαιμονικό ντουέντε του Νούρου

Νάτος πάλι ο κουσουρλής!


Συνερχόμενος από τον κλαυσίγελο, απορεί ο αναγνώστης: τί σχέση έχουν όλα τούτα με το ρεμπέτικο αλλά κυρίως, πού αποσκοπούν; Τί το βαθυστόχαστο θέλει τελικά να πει ο «συγγραφέας» που δεν το αντιλαμβανόμαστε εμείς οι αδαείς; Ή μήπως και πάλι πασατέμπος-«ελευθερία του λόγου»; Ακόμα ένα γραφτό-μαϊντανός γαρνιρισμένο με σως από φιλευθερισμό (ορισμός κατά τον Νίτσε: „αποκτήνωση κατά αγέλες!“);!


Πίκινος

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

Περί „θωρακικών“ ο λόγος: χαμένος στην ανάλυση!

Κριτικό σημείωμα

Στο διαδικτυακό περιοδικό „Κλίκα“, διαβάζουμε το εξής άρθρο του κ. Κώστα Λαδόπουλου, σχετικά με την προδημοσίευση του «ρεμπέτικου λεξικού» του.

Όπως ανέφερα και στο εισαγωγικό σημείωμα, τελικά „το ζήτημα είναι να έχει κανείς τουλάχιστον αυτιά“, πόσο μάλλον στην περίπτωση της μουσικής και του τραγουδιού εν γένει. Βάζοντας το τελευταίο στην κλίνη του Προκρούστη και υποβάλλοντάς το σε εξονυχιστική ανάλυση, είναι ένα σφάλμα που γίνεται πλέον τόσο συχνά, όπου και κατήντησε ο κανόνας και όχι η εξαίρεση!

Κινούμενος λοιπόν κι εγώ αναπόφευκτα στα πλαίσια της ανάλυσης, το βασικό μου συμπέρασμα σχετικά με το παραπάνω ανάγνωσμα, είναι ότι δεν έχουμε να κάνουμε με «λεξικό» όπως διεκδικεί ο τίτλος, καθότι:

- είναι επιστημονικά ανεπαρκές τόσο στη δομή και τεκμηρίωση όσο και στο ύφος γραφής.

- ο συγγραφέας παραθέτει τη γνώμη του για πρόσωπα και πράγματα, συνεπώς το πόνημα δεν είναι ουδέτερο και άρα μη-επιστημονικό (βλέπε πάνω), στα μέτρα πάντοτε ενός λεξικού.

Μάλλον πρόκειται λοιπόν για σταχυολόγιο. Ο συγγραφέας περισυνέλεξε χαρακτηριστικές λέξεις της εποχής βασισμένος κυρίως στους στίχους (δυστυχώς όχι πάντα σωστά ακουσμένους όπως θα δείτε παρακάτω) των τραγουδιών, έκανε τα σχόλιά του κι έβγαλε βιβλίο.

Σε μια απόπειρα να καλύψει τα νώτα του, ο κ. Λαδόπουλος αναφέρει κάπου ότι, το πόνημα εμπεριέχει 36 σελίδες...επεξηγηματικής εισαγωγής(!), για το τί είναι και τί δεν είναι τελικά το «λεξικό» του. Μα τέλος πάντων, όποιες κι αν είναι οι θέσεις/προθέσεις, συν το γεγονός ότι το αντικείμενο του ρεμπέτικου έχει συγκεκριμένο -διψασμένο!- κοινό που αναζητά νέες πληροφορίες, ποιός θα χαλαλιστεί στην ανάγνωση 36 σελίδων ε κ  τ ω ν  έ σ ω  α ν ά λ υ σ η ς, για να περάσει στο λαϊκό λήμμα (αφού για λεξικό μιλάμε!) που ενδεχομένως τον ενδιαφέρει;


Κάποια ειδικά σχόλια/απορίες:

>>Όπως θα δείτε παρακάτω, οι ίδιοι οι στιχουργοί των ρεμπ. αφήνουν ανοιχτές αιχμές που «συμπαρατάσσονται» με τις παραπάνω ερμηνείες. Αυτό δεν είναι παράξενο, γιατί ήταν εκτεθειμένοι σε μια «ιδεολογική» σύγχυση και σε σήματα που εκπέμπονταν και από τα «ανώγεια» και από τα «κατώγεια»...

Καμμία «σύγχυση», ούτε „ιδεολογική“ ούτε άλλη δεν έχει ο απλός καθημερινός άνθρωπος που γράφει στίχους. Σύγχυση διακατέχει αυτόν που δεν ακούει/διαβάζει τους στίχους προσεκτικά.

>>7. ”μ έκανε και αλανιάρη , χασικλή και κουρελιάρη ” (παραλλαγή, “μπουρδελιάρη” )

Σε ποιά ακριβώς εκτέλεση του τραγουδιού αναφέρεται η έκφραση „μπουρδελιάρη“;

>>και δεν τρώω κρύγιες ματσαράγκες

Καλύτερα να γραφεί σαν κρύ(γ)ες, χάρην ορθογραφίας και -κυρίως- νοήματος.

>>8. ”μπροστά με λέγαν έξυπνο και πίσω αλανιάρη”

Ο στίχος του τραγουδιού του Παπάζογλου, λέει ξεκάθαρα παλαβιάρη και όχι „αλανιάρη“!

>>5. ”Χρόνια μες την Τρούμπα μαγκίτης κι αλανιάρης...μπορεί να εκληφθεί και με άλλο τρόπο, σαν «εύσημο». Κατά την προσωπική μου άποψη, είναι «τραβηγμένο απ τα μαλλιά» το να υποστηρίζεται κάτι τέτοιο

Προσωπικά για εύσημο το βλέπω, αφού τελικά „όλος ο κόσμος τον αγαπάει“ όπως τραγουδάει λίγο παρακάτω. Αλλά όπως και να χει το πράμμα, δε θα πάρει ο συνθέτης την άδειά μας για να πει αυτά που γουστάρει, όπως τα γουστάρει! Ούτε και θα μάθουμε ποτέ τί ακριβώς είχε κατά νου γράφοντας το τραγούδι!


Γενική παρατήρηση: κάποια σύντομα και ουσιώδη βιογραφικά στοιχεία θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα στα περιθώρια ενός καλού λεξικού. Κατινιές και υπονοούμενα όμως σχετικά με:

- την πραγματική ηλικία της τραγουδίστριας Ρόζας Εσκενάζυ (λες κι ενδιαφέρει κανένα! έπειτα, ο ατομικός αυτοπροσδιορισμός είναι απόρροια αυτοσεβασμού και εν γένει σεβασμού!),

- τις όποιες (αν υπήρχαν) ηθικές ή μη αναστολές, οικονομικά συμφέροντα ή φοβίες της εν λόγω,

δεν αποτελούν στοιχεία λεξικού, παρά κουτσομπολιά φυλλάδας τύπου
Espresso!

Μη θέλοντας να στερήσω το δίκαιο του συγγραφέα, θα πω ότι η συνολική εικόνα του βιβλίου θα σχηματιστεί πλήρως μετά την έκδοση του. Παρατηρήστε πάντως, ότι στο 19ο τεύχος του περιοδικού «ΙΑΜΒΟΣ» (κυκλοφόρησε καλοκαίρι του 2008 στην απαράδεκτη τιμή των 8€), ο κ. Λαδόπουλος αρθρογραφεί επί του λήμματος «μάγκας», όπου και ο λόγος του κινείται στα ίδια επίπεδα...


Κλείνοντας, ξανακάνω στροφή στον τίτλο, αιωρούμενος πάνω από το...βαθυστόχαστο εκείνο των „θωρακικών ανθρώπων“.

Μάλλον υπονοεί τους ανθρώπους που σκέφτονται και ενεργούν με την καρδιά, παραπέμποντας εμμέσως πλην σαφώς στους ρεμπέτες. Νοηματικά όμως αυτοαναιρείται ο συγγραφέας: αφού περί „θωρακικών“ ο λόγος, προς τί τόση ανάλυση;; Ή όπως θα 'λεγε (συνοδευόμενα με καρπαζές!) κι ο γνήσιος λαϊκός „θωρακικός“ άνθρωπος: «βράσε ρύζι!»

Η προσωπική μου προτροπή: όταν θα εκδώσει ο συγγραφέας, ας εκτυπώσει τη λέξη Λεξικό σαν «Λεξικό» (με τέτοια «» και όχι τέτοια „“ εισαγωγικά). Όχι ότι θα άλλαζε το περιεχόμενο -που κρίνει και το πόνημα- αλλά δείχνει και ένα, ε, ας το πούμε...ήθος.


Υπόμνημα:

Tο παρόν άρθρο (με κάποιες αλλαγές, άλλωστε scripta manent) δημοσιεύτηκε στα τέλη Σεπτέμβρη 2010 σε γνωστό ιστότοπο σχετικά με το ρεμπέτικο. Ο κ. Λαδόπουλος πέρασε (δικαωματικά) στον αντίλογο, χωρίς όμως να τοποθετηθεί επί της ουσίας. Την τελευταία πρότασή μου δε (σχετικά με τα εισαγωγικά) την χαρακτήρισε ως „πολύ καλή ιδέα“ σε προσωπικό του μήνυμα προς εμένα. Τονίζω το „προσωπικό“, διότι -για άγνωστους λόγους- δεν τοποθετήθηκε δημόσια (μη φανταστεί κανείς ούτε γι’ αστείο ότι διεκδικώ τίποτα δάφνες! φεύ!).

Αντίθετα, δεν παρέλειψε να απομονώσει κάποιες φράσεις από τα γραφόμενά μου, τις οποίες και ανέρτησε στο προσωπικό του ιστολόγιο (scripta manent), αναλώμενος σε παρατραβηγμένο λυρισμό και δήθεν «κριτική».


Πίκινος