Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

Βαίνοντας δαρμένος και γόβες φορώντας!

Κριτική βιβλίου


Έπεσε τυχαία στα χέρια μου το βιβλίο:


Πάγια τακτική αυτών που αδυνατούν να αρθρώσουν λόγο ή -ακόμα χειρότερα!- αυτών που τραυλίζουν «λόγο» στερούμενο νοήματος: πομπώδεις τίτλοι, προκλητικά κιτς εξώφυλλα!


Απορώντας στην αρχή τί γυρεύει η (γνωστή) φωτογραφία του Μ. Βαμβακάρη στο φόντο, κομμένη στο ύψος των ματιών από μια κόκκινη λωρίδα και μια...αγκαθωτή(!!) γόβα να του χώνεται ίσα-καρφί στο αριστερό μάτι, διαβάζω στο οπισθώφυλλο (με τον παθόντα στη φωτογραφία απεικονιζόμενο λυτρωτικά ξεστραβωμένο πλέον): «Ο φλογερός και νοσηρός έρωτας του Μάρκου Βαμβακάρη για τη γυναίκα του Ζιγκοάλα, που συζούσε με τον παιδικό του φίλο και κουμπάρο τους, είναι η βασική, οδυνηρή πηγή έμπνευσης του θεμελιωτή του ρεμπέτικου, στα χρόνια 1932-1940.»

Δηλαδή τον τύφλωσε (κόκκινη λωρίδα) η πανούργα κοκκινοφορούσα Ζιγκοάλα, και ευτυχώς που τον απατούσε (αγκαθωτή γόβα) ειδάλλως δε θα εμπνέονταν να γράψει τέτοια αριστουργήματα (βαίνει εναντίον η κερατόγοβα, αλλά για το καλό του)! Κάθε εμπόδιο σε καλό λοιπόν, που λέει κι ο απλός λαός!






Ως οφείλουν να αντιλαμβάνονται οι νοήμονες, με το ρεμπέτικο αυτό καθαυτό λίγο έχει να κάνει το βιβλίο, άσχετα αν με ψευτοποκαδοριλίκια εκεί στοχεύει.

Ένα ελάχιστο ελαφρυντικό πάντως, έχω να καταλογίσω του συγγραφέως: το γεγονός ότι βαφτίζει εξαρχής το βιβλίο του „μυθιστόρημα“ και ότι „έτσι τα φαντάζεται και τα επινοεί“ αυτά που καταγράφει! Μάλλον όμως από εξαρτημένα αντανακλαστικά το κάνει, διότι από την πρώτη κιόλας σελίδα, ο αναγνώστης στην καλύτερη των περιπτώσεων, μειδιά! Σειρήνες που ηχούνε σε σαμπάχ, πουλιά που „πετιούνται“, κάνοντας „τσιαρ-τσιουρ“(!), „μεταφυσικά ιδεώδη“χρειάζεται μήπως να αναφέρω κι άλλα;!

Παντελής έλλειψη αισθητικής, απουσία ρυθμού και πρωτοτυπίας, μάταια θα γυρέψει ο αναγνώστης λογοτεχνικές ποιότητες. Το όλο εγχείρημα είναι μια «μυθιστορηματική» παραποίηση της γνωστής αυτοβιογραφίας του συνθέτη (εκδόσεις Παπαζήση, 1978). Απορώ ώρες-ώρες πώς οι γιοί του τελευταίου δεν επεμβαίνουν σε κάτι τέτοια...ξον κι αν τους συμφέρει ο οποιοσδήποτε θόρυβος γύρω από το όνομα-κληρονομιά τους...

Επειδή οι φατρίες -καθότι βέβαια φατρίες είναι- (αυτο)συντηρούνται αλληλογλείφουσες, δε με ξενίζει η δήθεν κριτική-χτύπημα στον ώμο (παφ-παφ!) των εκλεκτών συναδέλφων του κ. Σκαμπαρδώνη...ειδικά ο σχολιασμός του κ. Τσιτσόπουλου, αποτελεί κλασσικό παράδειγμα αντι-γραφής!


Κύριε Σκάμπι (καθώς σε αποκαλεί παραπάνω κι ο...κ. Τσίτσος!), αν ζούσε ο Μάρκος θα έβαινε κάλλιστα εναντίον σου και δε θα προλάβαινες να τις μετράς! 

Ό,τι είχε να πει ο συνθέτης στα τόσα χρόνια ζωής και δημιουργίας, το είπε πρωτίστως με τη μουσική και τα τραγούδια του! Ακούστε τα, χαρείτε τα και νοιώστε! Η προσωπική του αφήγηση στην αυτοβιογραφία του δε, κλείνει και τον κύκλο που ο ίδιος χάραξε! Δε χρειάζεται λοιπόν μεσάζοντες ψευτομυθιστοριογράφους μέ ή  χωρίς αγκαθωτές γόβες!


Πίκινος

7 σχόλια:

  1. Καλά, αυτός ο Τσιτσόπουλος (στο λινκ που παραθέτεις) δίνει την εντύπωση δημοσιοσχεσίτη σε κουστούμι κριτικού. Σε απόλυτη συνέπεια με τις αρχές της Athens Voice που βασικά πουλάει επιφανειακότητα και lifestyle σε συσκευασία κουλτούρας. Φυλλάδα εφάμμιλη του Κωστοπούλειου «Κλικ» της δεκαετίας του '80 αλλά με προοδευτικό επίχρισμα «επανάστασης» (για να γίνεται η δουλειά αποτελεσματικότερα).

    Το δε κειμενάκι του Τσιτσόπουλου χαλαρά θα έχει θέση σε λίγα χρόνια σε ένα «Ανθολόγιο του cult των '00s». Γιατί, μέσα σε βιβλιοκριτική πονήματος τον Βαμβακάρη (σε ντεμέκ αυτόματη γραφή, και προφανώς θεωρώντας εαυτόν πνευματώδη) καταφέρνει να χωρέσει:

    - τον dj που «ρίχνει το “Song 2” των Blur» (=είμαι και indie και ρεμπέτης παρά τα χρονάκια μου)

    - τα σφηνάκια με τον «Σκάμπι» (=ξέρω άτομα εγώ, και πολλή κουλτούρα μιλάμε)

    - τετριμμένα στερεότυπα για Θεσσαλονίκη (=είμαι ψαγμένος, είστε για μπουγάτσες).

    - «προοδευτικά» διαπιστευτήρια (=απαραίτητη προϋπόθεση για να κάνεις παιχνίδι σε αυτή τη χώρα).

    Κι όλα αυτά σε 300 λέξεις!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Διεισδυτικές και καίριες οι παρατηρήσεις σου! Θεωρώ το σχόλιό σου αναπόσπαστο κομμάτι της παραπάνω βιβλιοκριτικής.

    Σ’ ευχαριστώ για το χρόνο σου και να ’σαι καλά,

    Πίκινος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Eίσαι κοματάκι υπερβολικός Πίκινε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καλησπέρα σας. Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο, άρα δεν μπορώ να έχω γνώμη, αλλά θεωρώντας γενικά τον Σκαμπαρδώνη καλό συγγραφέα θα έβρισκα περίεργο να είναι τόσο κακό το βιβλίο του. Δεν είναι από εκείνους που καλύπτουν μια κενολογία πίσω από ένα πιασάρικο εξώφυλλο -που έτσι κι αλλιώς είναι επιλογή του εκδότη, όχι του συγγραφέα.

    Σχετικά με την τελευταία σας παράγραφο, έχω να εκφράσω μια διαφωνία: ο Βαμβακάρης φυσικά και είναι σημαντικός λόγω της μουσικής του και όχι ως συγγραφέας. Ωστόσο η Αυτοβιογραφία του δεν πρέπει να υποβαθμίζεται. Είναι ένα σπάνιο (έστω και όχι μοναδικό) ντοκουμέντο για διάφορα θέματα, όπως μεταξύ άλλων η λαϊκή ζωή στη Σύρα στις αρχές του αιώνα (δεν αναφέρω τα πιο προδήλως σχετικά με το ρεμπέτικο γιατί τα ξέρουν όλοι), επιπλέον δε κατά τη γνώμη μου είναι και αριστοτεχνικά γραμμένο. Όχι, δε θεωρώ καθόλου ότι κλείνει μόνη της τον κύκλο που άνοιξε. Είναι ένα σημαντικό βιβλίο που αντιθέτως παραμένει ακόμη ανοιχτό σε αναγνώσεις, ερμηνείες, άντληση πληροφοριών (προς διασταύρωση /κριτική / αξιοποίηση) και, γιατί όχι, και σε διασκευές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Καλημέρα σας Πέπε,

    ευχαριστώ για τα σχόλια, απαντώ δυστυχώς καθυστερημένα.

    Αναφορικά με την πρώτη σας παράγραφο, μπορείτε να διαβάσετε το βιβλίο ο ίδιος και να βγάλετε συμπέρασμα (τα αισθητήρια και τα κριτήρια άλλωστε ποικίλουν). Σχετικά με την παρατήρησή σας για το εξώφυλλο, ενδεχομένως να έχετε δίκιο (ότι είναι ίσως επιλογή του εκδότη), αλλά αυτό δεν δικαιολογεί την εν γένει στάση του «συγγραφέα».

    Σε ό,τι αφορά τώρα τα σχόλιά σας περί της αυτοβιογραφίας καθαυτής: αρχικά, δεν καταλαβαίνω πού ακριβώς διαβλέπετε από πλευράς μου απόπειρα „υποβάθμισής“ της.

    Νομίζω ότι κάνετε ένα στοιχειώδες λάθος στη στάση σας απέναντι στις αυτοβιογραφίες: δεν μπορούν να εκληφθούν σαν λογοτεχνικό είδος χρήζον κρίσης ως προς την αρτιότητα ή την δεξιοτεχνία της γραφής! Θα ήταν άδικο, αφού για διηγήσεις πρόκειται, ακατέργαστος ο λόγος (απευθείας από την πηγή), που βεβαιότατα έχει την αξία του ως ντοκουμέντο (κατέχω μάλιστα τις περσότερες που αφορούν την ρεμπέτικη θεματολογία, αλλά πουθενά δε θα δείτε βιβλιοκριτική μου πάνω σ’ αυτές...μόνο ως πηγές παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον...η αξιοπιστία των λόγων είναι βέβαια μια άλλη ιστορία!).

    Μην παραβλέπετε άλλωστε τον όρο: μιλάμε για αυτο-βιογραφία! Στον αντίποδα, οι βιογραφίες (πάρτε για παράδειγμα τα -περί Τσιτσάνη- πονήματα ηλιθιότητος του Σώτου Αλεξίου) ή στην περίπτωσή μας οι ψευδομυθιστοριογραφίες, σαφώς και μπορούν να κριθούν στα λογοτεχνικά πλαίσια.

    Πού αποσκοπεί ή τί εξυπηρετεί άλλωστε μια ανάξια γραφή με φερετζέ το ρεμπέτικο (κλασσική επίσης η περίπτωση του κ. Κώστα Λαδόπουλου);!

    Την έκφραση, τέλος, περί „κλείσιματος του κύκλου, την εισπράξατε μάλλον δικανικά. Το πώς διαχειριζόμαστε το υλικό-„κληρονομιά“ ενός καλλιτέχνη, δεν αφορά τον τελευταίο (πόσο μάλλον μεταθάνατον). Ο Λόγος του ανήκει, τα υπόλοιπα είναι λίγο-πολύ ζήτημα κρίσης (βλ. πάνω)...

    Χαιρετίσματα,

    Πίκινος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Γεια χαρά! Ξαναπέρασα από εδώ μετά από καιρό, και βρήκα αυτό τον παλιό μας διάλογο. Ένα πρόσθετο σχόλιο σχετικά με την αυτοβιογραφία του Βαμβακάρη:
    Τη διάβασα επειδή μ' ενδιαφέρει σαν πηγή πληροφοριών, και την εκτίμησα για τις πληροφορίες της. Σ' αυτό συμφωνούμε προφανώς. Έχω διαβάσει και ελάχιστες άλλες -γενικά δε θα έλεγα ότι είμαι κανένας γνώστης της ρεμπέτικης ιστορίας.
    Το θέμα όμως είναι ότι ειδικά του Βαμβακάρη την αυτοβιογραφία την εκτίμησα και για άλλους λόγους, άσχετους από τις πληροφορίες: είναι καλό βιβλίο (προσωπικά κρίνοντας βέβαια). Με άγγιξε και ως φιλαναγνώστη, όχι μόνο ως ερασιτέχνη ρεμπετόφιλο.
    Συνεπώς, στη φράση «δεν μπορούν να εκληφθούν σαν λογοτεχνικό είδος χρήζον κρίσης ως προς την αρτιότητα ή την δεξιοτεχνία της γραφής! Θα ήταν άδικο...» θα είχα να προτείνω μια τροποποίηση. Ορισμένες βιογραφίες που έχουν και λογοτεχνική αξία μπορούμε να τις κρίνουμε και λογοτεχνικά, και μάλιστα χωρίς φόβο να τις αδικήσουμε.

    Καλή χρονιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Καλώς σε ξαναβρίσκω Πέπε!

    Συμφωνώ στα όσα γράφεις.

    Το σχόλιό μου απλά, είχε να κάνει με τις προτεραιότητες που τηρούμε: πρώτα θα εξετάσω την αυτοβιογραφία σαν πληροφορία και ίσως (όχι αναγκαστικά) σαν λογοτεχνικό είδος.

    Η ιδιότητα του συνθέτη δεν αποκλείει τελικά αυτή του λογοτέχνη (όπως και το αντίστροφο).

    Τα καλύτερα σ' εσένα και τους δικούς σου με υγεία για το 2012,

    Πίκινος

    ΑπάντησηΔιαγραφή